Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Χρονικό της δράσης του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα προεπαναστατικά και στην Επανάσταση του 1821

 



ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών


Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας ήρθε στον κόσμο γύρω στο 1778 στο κεφαλοχώρι της Φωκίδας, την Δεσφίνα. Ο πατέρας του ήταν ο παπά-Στάθης Παπαευσταθίου και μητέρα του η Αρχόντω, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ηλίας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ο νεαρός Ηλίας, είχε άλλα τέσσερα αδέρφια τα δύο εκ των οποίων έγιναν και αυτοί ρασοφόροι.

Καταρχάς, ο Ηλίας έμαθε τα πρώτα γράμματα στα Σάλωνα (Άμφισσα) από τον Καλόγερο-Δάσκαλο του Γένους Γεράσιμο Λύτσικα ύστερα από προτροπή του πατέρα του με σκοπό να ακολουθήσει το επάγγελμα του ιερέα. Το 1797 φεύγει και πηγαίνει στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου Δεσφίνας όπου θα διδαχτεί και άλλα γράμματα από τους δασκάλους του μοναστηριού. Μετά από ένα διάστημα σαν δόκιμος, έλαβε το μοναχικό σχήμα και μετονομάστηκε σε Ησαΐας. Διψώντας για περαιτέρω γνώση, ο Ησαΐας φεύγει και πηγαίνει στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά (σημερινής Βοιωτίας) όπου ήταν καλόγερος ο αδερφός του και ιερέας ένας θείος του. Εκεί, για λίγο, θα προσπαθήσει να τραβήξει ωσάν σφουγγάρι όση περισσότερη γνώση μπορούσε από το καλύτερο, τότε, σχολειό της Ρούμελης.

Εν τω μεταξύ, ένας δεσφινιώτικος μύθος λέει ότι ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων χρωστούσε την ζωή του στον πατέρα του Ησαΐα. Επομένως, είτε από επαλήθευση του μύθου είτε λόγω του ότι ο νεαρός Ησαΐας είχε ξεχωρίσει ανάμεσα στου υπόλοιπους καλόγερους, φεύγει από το μοναστήρι και πηγαίνει στα Γιάννενα. Εκεί, τίθεται υπό την προστασία του Αλή πασά και καταφέρνει να εισαχθεί στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων. Μετά από την φοίτησή του εκεί, το ανήσυχο για γνώση πνεύμα του Ησαΐα, ήθελε εξέλιξη. Συνεπώς, ο προστάτης του, Αλή Τεπελενλής πασάς, τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη για περαιτέρω σπουδές.

Στην Πόλη, ο Ησαΐας θα αποκτήσει γνωριμίες στο Πατριαρχείο και με τους Φαναριώτες. Χειροτονείται ιερέας και έρχεται σε μια πρώτη επαφή με τους Φιλικούς και την ιδέα της επανάστασης του ελληνικού γένους. Ιερέας τώρα πια ο Ησαΐας επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Δεσφίνα, και ο Αλή πασάς τον διορίζει διοικητή της περιοχής. Ταυτόχρονα με τα αξιώματά του ασχολείται με τα γράμματα και κάνει σημαντικές συμβολές στην γνώση της εποχής του.

Γεγονός αποτελεί ότι το 1818 ο Επίσκοπος Σαλώνων Ιωακείμ πεθαίνει αφήνοντας κενή την αρχιερατική του θέση. Ο τότε πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ γνωρίζοντας την προσωπικότητα του Ησαΐα αλλά και ύστερα από προτροπή του Αλή πασά διορίζει τον, περίπου σαραντάχρονο εκείνη την στιγμή, Ησαΐα στην θέση του Δεσπότη των Σαλώνων.

Ο Επίσκοπος, πλέον, Ησαΐας ήταν πνεύμα ανήσυχο. Επί των ημερών του έκανε τεράστιες αλλαγές στην Επισκοπή. Αρχικά μετέφερε την έδρα από το Χρισσό στα Σάλωνα όπου ίδρυσε και επισκοπείο. Στη συνέχεια ανακαίνισε το καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά (τότε ανήκε στην Επισκοπή Σαλώνων) και παραχώρησε τη μονή Παναγίας Σεγδίτσας στην μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας, σαν μετόχι της τελευταίας. Συγχρόνως στην δράση του συμπεριλαμβάνονται διάφορες λύσεις σε εκκλησιαστικά και πνευματικά ζητήματα της εποχής. Αναφέρεται ότι, ο Ησαΐας σαν Επίσκοπος, δεν έμενε λεπτό στην έδρα του αλλά όργωνε όλη τη Φωκική γη για να βοηθήσει τους αδυνάτους. Μοίραζε ότι είχε και δεν είχε στους ταλαιπωρημένους ραγιάδες. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να μην έχει ούτε δικά του άμφια και να χρησιμοποιεί αυτά του προκατόχου του για να ιερουργεί.

Αξίζει αναφοράς ότι, το έτος που ο Ησαΐας ανέβηκε στους βαθμούς της ιεροσύνης, ήταν και το έτος το οποίο μυήθηκε στο μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Έτσι, χρησιμοποιούσε τον εκκλησιαστικό βαθμό του για να ξεσηκώνει τους Έλληνες. Ο άμβωνας της εκκλησιάς έγινε πύρινο αναλόγιο στον βωμό της θυσίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι εκκλησιές της Επισκοπής του ήταν κέντρα κατηχήσεως στο μυστικό της αναγέννησης του γένους.

Είναι περιττό να τονιστεί ότι το ελληνικό χριστιανικό γένος είχε έναν αρχιερέα προστάτη και οργανωτή της επανάστασης. Ειδικότερα, ο οπλαρχηγός των Σαλώνων Πανουργιάς αποκαλούσε τον Ησαΐα «δεξί του χέρι». Είναι χρήσιμο να τονιστεί επίσης ότι ο Ησαΐας με προσωπικά του έξοδα αλλά και από δωρεές έφερνε όπλα από την Ευρώπη  και ετοίμαζε υλικά και πνευματικά το ποίμνιό του για τον αγώνα.

Στις αρχές του 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος καλεί τον Ησαΐα στην πόλη για να λάβει τις τελευταίες εντολές για την κήρυξη της επανάστασης. Για να μην κινήσουν υποψίες στους Οθωμανούς προφασίζονται κάποια προβλήματα του μοναστηριού του Οσίου Λουκά και έτσι ο Ησαΐας παίρνει μαζί του και τον ηγούμενο του μοναστηριού και τον αδερφό του Θεοδόσιο, που έτυχε τότε να είναι σύμβουλος του μοναστηριού. Στην Κωνσταντινούπολη δεν μένουν πολύ καιρό. Γυρνάνε πίσω στην Ρούμελη στις 11 Μαρτίου 1821 αφού αποβιβάστηκαν σ’ έναν αμπελώνα της μονής τους στην Αντίκυρα.

Έπειτα, ο Ησαΐας μεταβαίνει στον Όσιο Λουκά όπου τον περιμένει ο Θανάσης Διάκος. Γίνεται εσπερινός και μετά σύσκεψη των «κεφαλών» της μονής. Ο Ησαΐας στην σύσκεψη μεταφέρει τις εντολές από την Πόλη για την επανάσταση και δίνει τις τελευταίες οδηγίες. Τέλος, ορκίζει όλους τους αγωνιστές στο ευαγγέλιο.

Ύστερα, φεύγει για τα Σάλωνα. Εκεί τον περίμενε ο Γέρο-Πανουργιάς ο οποίος και αναλαμβάνει επικεφαλής των κινήσεων σε σύσκεψη που έγινε στο Αρχονταρίκι του Επισκόπου και έλαβαν μέρος όλοι οι προύχοντες των Σαλώνων. Έπειτα, μοιράζονται τα πολεμοφόδια. Ο Πανουργιάς επικοινωνεί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς των γύρω περιοχών για να συνεννοηθούν την σχεδόν ταυτόχρονη κήρυξη της επαναστατικής δράσης.

Μετά τις κινήσεις που ορίστηκαν στο συμβούλιο, ο Γέρο-Πανουργιάς «πιάνει» το μοναστήρι του Προφήτη Ηλίας Παρνασσίδος με το σώμα αγωνιστών του. Όλοι περιμένουν το σύνθημα. Στις 23 Μαρτίου ο Πανουργιάς πληροφορείται πως η Πάτρα, την προηγούμενη, είχε ξεσηκωθεί. Έτσι, αποφασίστηκε ο αγώνας άμεσα. Στις 24 (ή 25) Μαρτίου 1821, ο Δεσπότης των Σαλώνων Ησαΐας κάνει Δοξολογία και ορκίζει τους αγωνιστές και τους προεστούς.

Με άλλα λόγια, η επανάσταση είχε κηρυχθεί στην Φωκίδα. Αμέσως, ο Πανουργιάς στέλνει τον ανιψιό του Γιάννη Γκούρα στον Άγιο Γεώργιο, χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, για να συνεννοηθεί με τους εκεί κατοίκους και τους Γαλαξιδιώτες. Ο Παπαντριάς Κουκουβιστιανός και ο Θανάσης Μανίκας, γαμπρός και υποπλαρχηγός του Πανουργιά, κινούνται στα Βλαχοχώρια για να μαζέψουν αγωνιστές. Την 27η Μαρτίου 1821 ο Πανουργιάς με τους δικούς του επιτίθεται στα Σάλωνα. Ο Ησαΐας πηγαίνει την ίδια ημέρα στον Όσιο Λουκά όπου βρίσκει τον Διάκο και τον στρατό του.

Στον Όσιο Λουκά ο Ησαΐας ύστερα από σύσκεψη, βγήκε στο προαύλιο της μονής κρατώντας στο χέρι του μια πρόχειρη σημαία και φορώντας άπασα την αρχιερατική του στολή. Αφού όλοι μαζί ψάλανε το «Σώσον Κύριε τον λαόν σου» φίλησαν ένας-ένας το χέρι του Δεσπότη, ο οποίος τους ευλογούσε. Η Επανάσταση είχε κηρυχθεί σε Φωκίδα και Βοιωτία πλέον. Ο Δεσπότης Ησαΐας αφού μπήκε στο καθολικό της μονής άφησε την στολή του Επισκόπου και ενδύθηκε την φουστανέλα και σαν απλός στρατιώτης έφυγε για τα Σάλωνα όπου κατευθύνθηκε στον Προφήτη Ηλία για να συναντήσει τον Πανουργιά.

Στον Προφήτη Ηλία κάνουν μια μικρή δοξολογία και οι αγωνιστές αρχίζουν την πολιορκία των Σαλώνων. Ο Ησαΐας μένει στο μοναστήρι και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Μετά φεύγει και πάει στην Λειβαδιά. Εκεί, στις 31 Μαρτίου ο Διάκος καταλαμβάνει την ακρόπολη της πόλης. Τότε συστήνεται προσωρινή επαναστατική επιτροπή με μέλη τον Επίσκοπο Ησαΐα, τον Επίσκοπο Ταλαντίου Νεόφυτο και τον Μητροπολίτη Αθηνών Διονύσιο. Ημέρα επίσημης απελευθέρωσης της Λειβαδιάς ήταν η 1η Απριλίου 1821.

Μετά την ολιγοήμερη παραμονή του Ησαΐα στην πόλη της Λειβαδιάς, ο Δεσπότης επιστρέφει στα Σάλωνα. Στις 10 Απριλίου 1821 η πόλη των Σαλώνων απελευθερώνεται και από τα λάφυρα των Τούρκων εξοπλίζονται οι αγωνιστές. Αμέσως γίνεται στον Ναό των Αγίων Θεοδώρων αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, καίτοι η 10η Απριλίου ήταν ημέρα του Πάσχα.

Όλοι μαζί τότε οι αγωνιστές φεύγουν και πάνε στην πολιορκία της Υπάτης. Μαζί τους και ο Ησαΐας που ακολουθούσε το σώμα του Πανουργιά. Η πολιορκία της Υπάτης όμως δεν στέφεται από επιτυχία και τα σώματα των Πανουργιά, Δυοβουνιώτη και Διάκου, που έλαβαν μέρος, πάνε και στρατοπεδεύουν στους Κομποτάδες.

Αργότερα, ύστερα από σύσκεψη, αποφασίζεται οι Έλληνες να ανακόψουν την προέλαση των Οθωμανών στην γέφυρα της Αλαμάνας και την γύρω περιοχή. Ο Πανουργιάς με το σώμα του «πιάνει» την περιοχή γύρω από το χωριό Μουσταφάμπεη (σημερινή Ηράκλεια Φθιώτιδας). Ο ίδιος ο Πανουργιάς πιθανότατα ήταν στον ξεροπόταμο Ντούνο και στο μέρος της Χαλκωμάτας στα ριζά του όρους Καλλίδρομο. Ο Πανουργιάς έστειλε τον Παπαντριά Κουκουβιστιανό μαζί με τον Κομνά Τράκα μέσα στο χωριό. Ο Ησαΐας ακολουθούσε τον Πανουργιά στην Χαλκωμάτα. Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Ησαΐας μπορεί να μην ήξερε από πόλεμο όμως πρόσφερε κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Έδινε κουράγιο στους πολεμιστές όταν αυτοί έβλεπαν τον Δεσπότη τους πρώτο να ρίχνεται στην μάχη.

Την ώρα της μάχης οι εχθροί ανάγκασαν τον Δυοβουνιώτη να οπισθοχωρήσει. Το ίδιο και τους Σαλωνίτες του Πανουργιά. Ο Πανουργιάς αν και τελευταίος αναγκάστηκε και αυτός να υποχωρήσει επειδή λαβώθηκε. Ο Δεσπότης όμως Ησαΐας δεν άκουγε από λόγια. Φώναζε ότι «Ας πάει καθένας όπου θέλει. Εμένα εδώ με βάλανε, εδώ θα μείνω».

Ύστερα όμως αναγκάστηκε και αυτός και οπισθοχωρήσει. Ο αδερφός του παπά-Γιάννης και ένας ανιψιός τους είχαν πέσει ήδη νεκροί. Ο Ησαΐας προσπάθησε να ανηφορήσει όμως, λόγω της σωματικής του διάπλασης, δεν μπόρεσε να ανέβει το βουνό και στάθηκε. Τότε περνάει ο Μαρκόπουλος, έφορος του στρατού, και θέλοντας να τον βοηθήσει τον παίρνει στον ώμο του. Ο Ησαΐας τον παρακαλούσε «Άσε με παιδί μου και σώσε τον εαυτό σου ως πιο χρήσιμο». Εκείνος δεν άκουγε και όλο ανέβαινε την πλαγιά. Όμως, τελικά, δεν τα κατάφερε και άφησε τον Ησαΐα κοντά σε μια βρύση.

Όταν απομακρύνθηκε ο Μαρκόπουλος ήρθε ένας Δεσφινιώτης ονόματι Κελεπούρης καβάλα σε ένα άλογο και το έδωσε στον Ησαΐα. Στην αρχή ο Δεσπότης του έλεγε να το πάρει και να φύγει, όμως αυτός το παράτησε και άρχισε να τρέχει. Ο Ησαΐας πήγε σε μια πέτρα για να τον βοηθήσει να ανέβει στο άλογο. Ωστόσο, δεν πρόλαβε και τα αρβανίτικα σπαθιά του πήραν τη ζωή. Η βρύση εκείνη από τότε λέγεται «Δεσποτόβρυση».

Η μάχη είχε τελειώσει. Στην πομπή που μετέφεραν τον Διάκο, ο οποίος συνελήφθη ζωντανός, στην Λαμία, μπροστά πήγαιναν μερικοί Τουρκόγυφτοι οι οποίοι είχαν καρφωμένα σε παλούκια, κεφάλια των Ελλήνων. Σε ένα απ’ αυτά ήταν και του Ησαΐα και σε άλλο του αδερφού του παπά-Γιάννη. Την άλλη μέρα, που οι «μουρτάδες» σούβλισαν τον Διάκο, γύρω του είχαν στήσει αυτά τα κεφάλια και σε καθένα είχαν κολλήσει την ειρωνική επιγραφή «καπετάνιος».

Με αυτόν τον τρόπο οι δύο αχώριστοι εν ζωή αγωνιστές, Ησαΐας και Διάκος ήταν μαζί και στον θάνατο αφού η παράδοση της περιοχής της Λαμίας αναφέρει ότι οι Ασιάτες Τούρκοι που ήταν «υπεύθυνοι» για το τέλος του Διάκο, έριξαν τα κεφάλια και το σώμα του θαρραλέου αγωνιστή σε κάποιο βρωμόρεμα της περιοχής. Ας αναπαυτούν εν ειρήνη, όπου και αν βρίσκονται σήμερα, οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού στην Ρούμελη!

Επίλογος

Όλα τα ανωτέρω αποτελούν τα πιο σημαντικά στοιχεία της ζωής του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα. Ακόμη περισσότερα για τη ζωή και τη δράση του μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο μου «Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας». Το εν λόγω πόνημα αφορά μια ξεχασμένη προσωπικότητα της εθνεγερσίας του 1821. Είναι η αναλυτική βιογραφία του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα στηριγμένη σε όσες περισσότερες διαθέσιμες πηγές μπόρεσαν να συγκεντρωθούν κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Κάθε πρόταση είναι βιβλιογραφικά τεκμηριωμένη και το βιβλίο παρέχει πληροφορίες για την άγνωστη μορφή του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα που αν και ήταν ο πρωτεργάτης της επανάστασης του 1821 στη Ρούμελη, έχει παραγκωνιστεί από τους περισσότερους σημερινούς ιστοριογράφους. Το βιβλίο προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φωκίδος κκ. Θεόκτιστος. Αν το επιθυμείτε επικοινωνήστε μαζί μου στο email: hliasthanos2001@gmail.com. Διατίθεται και ποσότητα βιβλίων σε συλλόγους. 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

«Τούτο θα φάει εκείνο»: Από το όραμα του Κολοκοτρώνη στην κατάντια του σήμερα

 


Αυτό θα φάει εκείνο

Ο ηλικιωμένος αυλάρχης Νοταράς είχε συνοδεύσει επίσης τους Βασιλείς και παρέμεινε κοντά τους, αλλά επειδή δεν γνώριζε καμία ξένη γλώσσα, στενοχωριόταν πολύ ανάμεσα στους Βαυαρούς. Γι' αυτό, καλούσε συχνά τους Έλληνες σπουδαστές του Μονάχου για να περνούν μαζί τα βράδια συζητώντας. Πού και πού τους επαναλάμβανε τα όσα του έλεγε ο Όθωνας, ο οποίος λυπόταν κυρίως επειδή οι Έλληνες αρνούνταν να πιστέψουν την αγάπη του για την Ελλάδα. Ανάμεσα στα άλλα, ο βασιλιάς τού διηγήθηκε και το ανέκδοτο με τον Κολοκοτρώνη σχετικά με το Πανεπιστήμιο. Όταν χτιζόταν το Πανεπιστήμιο, ο βασιλιάς πέρασε από εκεί με το άλογό του και είδε τον Κολοκοτρώνη ξαπλωμένο με την κάπα του στον ήλιο, εκεί μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

Ο Κολοκοτρώνης, όταν είδε τον Βασιλιά, σηκώθηκε· και ο Όθωνας του είπε: — Πώς σας φαίνεται, Στρατηγέ, αυτό το μεγάλο σχολείο που χτίζουμε; — Να σου πω, Μεγαλειότατε, μου φαίνεται ότι τούτο εδώ δεν έπρεπε να χτιστεί κοντά σε εκείνο (και έδειξε το Παλάτι), επειδή φοβάμαι ότι τούτο θα φάει εκείνο. (Εφημ. «Εστία» 9 Οκτωβρ. 1896).



Το σπίτι της Ελλάδας

Ο Κολοκοτρώνης μια μέρα στο σπίτι του, στην Αθήνα, σεργιάνιζε στην κάμαρα, ενώ το παιδί του, ο Κολίνος, έγραφε· σταμάτησε απότομα και τον ρωτάει: — Κολίνε, ποιο νομίζεις πως είναι το εθνικό σπίτι της Ελλάδας; Ο Κολίνος τού απάντησε αμέσως: — Το παλάτι του βασιλιά. — Το παλάτι του βασιλιά; Όχι! είπε. Το Πανεπιστήμιο! (Γ.Τ.)

Σχολιασμός: 

Ο Γέρος του Μοριά, ένας άνθρωπος γεμάτος εμπειρία αλλά αγράμματος, είχε εκτιμήσει αυτό που η σημερινή Ελλάδα δεν εκτιμά. Την εκπαίδευση! Δυστυχώς κάθε μέρα γινόμαστε μάρτυρες ενός φαινομένου που κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο θα έπρεπε να τον θλίβει βαθύτατα. Τα σχολεία μας έχουν καταντήσει ανούσιες αίθουσες παπαγαλίας με σκοπό τον πολυπόθητο βαθμό και χωρίς ουσιώδη όχι μόνο εκπαίδευση αλλά πρώτα απ’ όλα - όπως θα έπρεπε - παίδευση. Η βία των ανηλίκων βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ, ένα φαινόμενο που θυμίζει την αποτυχία του συστήματος εκπαίδευσης. Προσοχή! Δεν καταλογίζω ευθύνες στη σημερινή μόνο ηγεσία της εκπαίδευσης, αλλά πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι χρονίζον και πρέπει να ληφθούν χτες μέτρα. Ο Γέρος του Μοριά, έβλεπε μπροστά, αλλά είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε σήμερα δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζει αυτό που θα «έτρωγε το Παλάτι». Δυστυχώς το σημερινό Πανεπιστήμιο έχει καταντήσει ένας χώρος αμορφωσιάς και όχι μόρφωσης και πνευματικής εξύψωσης. Άχρηστα μαθήματα, ανούσιες διδασκαλίες, καθηγητές που δεν αξίζουν να διδάσκουν και οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα ακόμα και του αντικειμένου τους, πιστοί τις περισσότερες φορές σε συγκεκριμένες πολικές ιδεολογίες, υποτάσσουν την επιστήμη στις ιδεολογίες, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Πολλοί «καθηγητές» καλό θα ήταν να μην ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο καθώς όχι μόνο δεν προσφέρουν τίποτα αλλά χαλούν και ότι άλλοι ενσυνείδητοι επιστήμονες προσπαθούν να χτίσουν. Ελπίζω κάποια στιγμή να μας γίνουν βίωμα να λόγια του Μοραΐτη Αρχιστράτηγου και να διορθώσουμε ό,τι διορθώνεται.

Πηγή: Ιωάννης Βλαχογιάννης, Τα ανέκδοτα του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη, Εκ του Τυπογραφείου Γ. Η. Καλέργη & Σιας, Εν Αθήναις, 1922, σσ. 73-74

Σχολιασμός: Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Εικόνες: ΤΝ


Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Οι «Γέροι» της Λευτεριάς - Σε ποιους είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «Γέρος» στην Επανάσταση του 1821

 

Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος,

Η συνήθεια να «κολλάμε» σε κάποιον ένα παρατσούκλι έχει επιβιώσει μέχρι της μέρες μας. Έχει δε καθολική και οριζόντια ισχύ σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και σε όλες τις ηλικίες. Έτσι, τα παρατσούκλια ή στη λόγια γλώσσα τα παρωνύμια, ήταν πολύ συνηθισμένα και την εποχή της Επανά
στασης του 1821. Θα τολμήσουμε να πούμε ότι, τότε ήταν περισσότερο διαδεδομένα, καθότι η λαϊκή γλώσσα, απότοκος της οποίας είναι τα παρατσούκλια, γνώρισε άνθιση με την ευστροφία των κατοίκων της Ελλάδας εκείνη την εποχή και την ευρύτερη χρήση της. Σε αυτό το λαογραφικό, περισσότερο, σημείωμα θα ασχοληθούμε με το προσωνύμιο «Γέρος» και τις διάφορες ευφάνταστες παραλλαγές του. Θα εξετάσουμε σε ποιους το είχαν «κολλήσει» και θα παρουσιάσουμε τις πηγές όπου αυτό μπορεί να βρεθεί.

Πρώτα απ’ όλα, «Γέροντες», ο απλός λαός, εκείνης της εποχής, έλεγε τους προεστούς. Τιμητικά δε πολλές φορές τους αποκαλούσαν «άρχοντες» ενώ, οι Τούρκοι «Κοτσαμπάσηδες».[1]

Εκτός όμως της γενικής κατηγορίας των αρχόντων του τόπου οι αγωνιστές είχαν προσδώσει και σε πολλά συγκεκριμένα πρόσωπα το προσωνύμιο «Γέρος» ακολουθούμενο πολλές φορές από χαρακτηρισμούς γεμάτους δημιουργικότητα.

Έτσι,

1) Οι αγωνιστές και οι οπλαρχηγοί αποκαλούσαν «Γέροντα» τον Γκούρα για τη φρονιμάδα του.[2] Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Θα αναφέρουμε δύο για να τεκμηριώσουμε την άποψή μας διασταυρωτικά.

Πρώτο: Σε επιστολή του με ημερομηνία 01/02/1824 ο Νικηταράς γράφει στον Γκούρα:

«Αδελφὲ Γέρο Γκούρα, σὲ ἀσπάζομαι.

Μεγάλως ἐθαύμασα ὁποῦ εἰς τὸν ἐρχομὸν τοῦ πεζοδρόμου σας γράμματά σας δὲν ἔλαβον, ἵνα τόσον τὰ περὶ τῆς ὑγιείας σου, καθὼς καὶ διὰ κάθε τὶ ἄλλο πληροφορηθῶ, ὕστερον ἀφ ̓ οὗ δὲν ἔλειψα νὰ γράψω δὶς καὶ τρὶς τοῦ Γέρο Χουλιάρα καὶ ἀπορῶ εἰς τὴν τόσην ἀλησμονησίαν σας. Ὅθεν ἰδοὺ σᾶς γράφω μαξοὺς μὲ τὸν ἐδικόν σας πεζόν περικαλών σας ἵνα μοῦ γράψετε ἀμέσως, λέγοντάς μου τόσον τὰ περὶ ὑγιείας σας, καθὼς καὶ διὰ κάθε τὶ ἄλλο τῶν αὐτοῦτε, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ τοῦ ἀδελφοῦ Γέρο Χουλιάρα καὶ τὰ περὶ Εὐρίπου τὶ ἀπέγεινεν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἔχωμεν καὶ ἄμποτες. Τὰ τῆς πατρίδος πράγματα, ἀδελφέ, εἶναι εἰς τὰ ἴδια καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὰ κάμη καλὰ. Ὅθεν καὶ περιμένω τὴν ἀπόκρισίν σας ἀμέσως. Σᾶς ἀσπάζομαι καὶ μένω

Ἐκ Τριπολιτζᾶς τῇ α φεβρουαρίου 1824.

Ὀ ἀδελφός σου

Νικήτας σταματελόπουλος».[3]

Δεύτερο: Ο Δρόσος Μανσόλας σε επιστολή του με ημερομηνία 19/07/1823 γράφει στον Γκούρα:

«Γέρο φίλε, χαίροις!

Σήμερον ἔφθασα ἐδῶ καὶ ἔμαθα ὅτι ὁ ἀδελφός μας Νικήτας α) ἐπῆγεν εἰς Κάζαν καὶ λέγουν ὅτι γίνεται πόλεμος ἐκεῖ, ὅμως ἀμφίβολον.

Ἐγὼ πηγαίνω εἰς τὴν Φανερωμένην ὁποῦ εἶναι ὁ γραμματικὸς τοῦ Νικήτα. Λάβε τὰ ἔσωθεν τοῦ ἀδελφοῦ μας Ὀδυσσέως ὁποῦ ἔλαβον σήμερον. Εἰς τὰς δεκαρχίας καὶ εἰκοσιπενταρχίας ὁποῦ ἔγιναν αὐτοῦ α) ἂς εἶναι ἀνακατωμένοι πάντα μὲ τοὺς ἐδικούς σου, νὰ μὴν τοὺς ἀφίνης καὶ γίνεται σῶμα δυνατὸν διὰ πολλὰ αἴτια, εἶσαι γνωστικὸς καὶ τὸ καταλαμβάνεις καλά.

 ̓Απὸ Φανερωμένην σοὶ γράφω πάλιν πῶς καὶ τὶ τρέχουν τὰ πράγματα τὸν πεζὸν ὁποῦ ἐστείλαμεν διὰ τὸν Ὀδυσσέα τὸν ἐμπόδισα ἐπίτηδες ἕως να λάβῃ ἀπόκρισιν ἀπὸ Τρίκκαλα, ὁποῦ ἔστειλεν ἕναν ἄνθρωπον. Αν ἐρωτᾷς καὶ πῶς εὑρίσκομαι, κακὰ ψυχρά. Υγίαινε.

Τῇ 19 Ιουλίου 1823, Κούλουρη.

Ο αδελφός του

Δρόσος Μανσόλας».[4]

2) «Γέρο» φώναζαν οι Πελοποννήσιοι «τον εκ Λαγκαδίων Ιωάννην Δελιγιάννην πατέρα των αδελφών Δελιγιανναίων»[5] προεστό της επαρχίας Καρύταινας, πριν ακόμα από το 1821.[6] Επίσης, έλεγαν το σπίτι του «Γεροντόσπιτο» και τα παιδιά του «Γεροντόπαιδα» ή «Γεροντόπουλα».[7]

3) Τον Καρατάσσο, τον φώναζαν «Γέρο-Τσεκούρα» για τη σκληρότητά του.[8] Τον ίδιο φώναζαν και «παππού».[9]

4) «Γηραία Αλώπηξ» φώναζαν οι Φιλικοί τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Συγκεκριμένα του κόλλησαν αυτό το προσωνύμιο όταν τέθηκε επικεφαλής μιας εταιρείας η οποία αναδύθηκε μέσα από τα σπλάγχνα της Φιλικής Εταιρείας. Γράφει ο Φιλήμων: «Παρὰ τὴν ἀτυχίαν ταύτην ὑπέστη μετ' οὐ πολὺ ἡ Ἑταιρία τῶν Φιλικῶν καὶ τὸ δυστύχημα τῆς ἀποβιώσεως τοῦ Σκουφά κατὰ τὸν ἰούλιον τοῦ 1818 [...], καὶ τοὺς ἀντιπερισπασμοὺς ἄλλης ἐκ τῶν σπλάγχνων ἑαυτῆς ἀναφυείσης ἑταιρίας. Αρχηγὸς ταύτης ὑπετέθη ὁ Ἡλίας Χρυσοσπάθης, Λάκων, ὃν οἱ Φιλικοὶ παρωνόμασαν “γηραιὰν ἀλώπεκα”».[10]

5) Άξιο λόγου είναι το παρατσούκλι (παρωνύμιο) που είχαν «κολλήσει» στον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Τον Οδυσσέα, λοιπόν, τον φώναζε ο λαός «Γέρο-Χουλιάρα» που σήμαινε «επιτήδειος νους, άξιος πολιτικός».[11] Του κόλλησαν δε αυτό το παρατσούκλι το 1822 μετά τη μάχη του Δαδιού (σημερινής Αμφίκλειας Φθιώτιδας) και την εξαπάτηση των Τούρκων που ακολούθησε.[12] Υποθέτουμε ότι το παρατσούκλι του το «κόλλησε» ο φίλος του Νικηταράς.[13] Τέλος, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον φώναζε ο Δημήτριος Υψηλάντης «γέρο Πυργιόβολο». Ακολουθεί η σχετική επιστολή στην οποία γίνεται η μνεία:

«Γενναιότατε Στρατηγὲ Κύριε Νικήτα!

Δὲν λείπω καὶ αὖθις νὰ ἐρωτήσω διὰ τοῦ παρόντος μου τὴν ἀγαθὴν ὑγείαν σου καὶ νὰ σοὶ φανερώσω ὅτι καὶ ἐγὼ θείᾳ χάριτι ὑγιαίνω· ἡμέραι ἱκανοὶ παρῆλθον, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβον ἔτι γράμμα σου δηλοποιητικὸν τῶν ἐκεῖσε διατρεχόντων· ἡ ἐνταῦθα παρουσία μου δὲν ἀκελεῖ νὰ διενεργῇ τὰ συμφέροντα κοινῶς τῆς πατρίδος καὶ τὰ ὅσα ἀναγκαιοῦσι διὰ τὸ ἐκεῖσε στρατόπεδόν σας, ὅσον δηλονότι περὶ τροφῶν, τόσον καὶ περὶ πολεμικῶν ἐφοδίων πλὴν, ἤξευρε, ἀδελφὲ, ὅτι τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπαραδειγμάτιστον ἐκείνην ἀναρχίαν καὶ ἀταξίαν, μὴ θέλον νὰ ἠξεύρῃ, μήτε διοίκησιν, μήτε προσταγάς· ἡ ἔνδοξος Γερουσία δεικνύει προθυμίαν φοβερὸν καὶ μεγάλην, πλὴν τί νὰ κάμῃ ἀφοῦ αἱ διαταγαί της δὲν εἰσακούονται καὶ δύναμιν ἱκανὴν δὲν ἔχει διὰ νὰ ἐκτελῇ αὐτὰς καὶ μὲ βίαν μολοντοῦτο ἀγωνίζεται καὶ πάσχει διὰ τὴν προμήθειαν τῶν τροφών καὶ πολλῶν ἄλλων ἀναγκαίων, εὔχομαι δὲ νὰ συγκροτηθῇ ἡ νέα ἐθνικὴ συνέλευσις τὸ γρηγορώτερον διὰ νὰ συστηθῇ διοίκησις δυνατὴ καὶ νὰ εὐτακτήσουν τὰ πράγματα. Τὰ πράγματα τῆς  ̓Ανατολικῆς Ελλάδος ὑπάγουν εἰς τὸ καλλίτερον, ὁ γέρο Πυργιόβολος, (ἐννοεῖ τὸν Ὀδυσσέα) πάσχει με διαφόρους ἀπάτας νὰ ἀργοπορῆ τοὺς ἐχθροὺς ἐκεῖ καὶ νὰ τοὺς καταπείσῃ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ Ζητούνιον· ἠξεύρεις τὸ πνεῦμά του καὶ ταῖς διαβολαῖς του, καὶ ἴσως τοὺς ἀπατήσει. Φανέρωσόν μου, παρακαλῶ, καὶ ἡ γενναιότης σου, ἐκεῖθεν εἰς ποίας θέσεις εὑρίσκεσθε, πόσα τὰ στρατεύματα τα Ελληνικὰ, πόσοι οἱ ἐχθροί, ἂν συμβαίνωσιν ἀκροβολισμοί, ποία ἡ κατάστασις τῶν Ναυπλιωτῶν, διὰ νὰ ἔχω πληροφορίας, ὁμοίως καὶ περὶ ὅσων νεωτέρων. Σοὶ δίδω δὲ τὴν ἀγαθὴν εἴδησιν αὐτὴν, γράμματα ἔφθασαν ἀπὸ Ἀγκῶνα εἰς τὴν διοίκησιν φανερώνοντα, ὅτι τὸ ἐν Βερώνη Εὐρωπαϊκὸν συνέδριον ἐπεκύρωσε τὴν ἀνεξαρτησίαν μας, ἠλευθέρωσε δὲ καὶ τὸν ἀδελφόν μου  ̓Αλέξανδρον, διὰ νὰ ὑπάγῃ ὅπου θέλει, ὅστις καὶ ἑτοιμάζεται νὰ ἔλθῃ. Εἶθε ταῦτα πάντα ἀληθεύσωσιν. Εὐχόμεθα εἰς τὴν Γενναιότητά σου ὑγείαν.

Ἐν Τριπολιτζὰ τὴν 27 Νοεμβρίου 1822.

Ο φίλος Σου Δημήτριος Υψηλάντης».[14]

6) Το παρατσούκλι του Κολοκοτρώνη, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, ήταν «Γέρος του Μοριά». Σύμφωνα με τον Τερτσέτη: «Η ονομασία γέρος τοῦ ἐγεννήθη, ἐπειδὴ ἦτο πολύξερος, ἔξυπνος, εἶχε πονηρίαις· ὅθεν καὶ τὸ τραγούδι τοῦ παλαιοῦ χαλασμοῦ τῶν Κολοκοτρωναίων λέγει:

Ο Θοδωράκης, πολὺ πονηρεμένος. Εγλύτωσε ὁ καϋμένος.

Εἰς τὰ ἔθνη ὅπου ἡ παιδεία δὲν εἶναι ἐξηπλωμένη καὶ ἡ ἐπισστήμη δεν φωτίζει τοὺς νέους, οἱ γέροντες ἔχουν τὰ πρωτεία τῆς γνώσεως· ὅποιος εἶδε πρωϊμώτερα τὸν ἥλιο, ἔχει καὶ πρᾶξιν περισσότερη τῆς ζωῆς».[15]

 

Βιβλιογραφία:

Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Εκ της τυπογραφίας Η Βιτώρια του Κωνστ. Καστόρχη και Συντροφίας, Εν Αθήναις, 1839, τόμος 2ος

Γ. Τερτσέτη, «Ρητά του γέρου Κολοκοτρώνη», Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Βιβλιοθήκη της «Εστίας», Εν Αθήναις, 1889, Τόμος Β’

Ιωάννης Βλαχογιάννης, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Δήμος Αθηναίων/Εκ του τυπογραφείου Γ. Σ. Βλαστού, Εν Αθήναις, 1901, Τόμος Α’: Αθηναϊκόν Αρχείον 

Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική ανθολογία, Πατριωτική χορηγίας Εμ. Α. Μπενάκη, Αθήναι, 1927

Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά Υπομνήματα ήτοι διάφορα έγγραφα και επιστολαί αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν, Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλάδελφως, Αθήνησι, 1856

Ιωάννης Φιλήμονας, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι, 1859, Τόμος Α’

Κάρπος Παπαδόπουλος, Ανασκευή των εις την ιστορίαν των Αθηνών αναφερομένων περί του Στρατηγού Οδυσσέως Ανδρούτζου, του ελληνικού στρατού και του Συνταγματάρχου Καρόλου Φαββιέρου, Εκ της τυπογραφίας Πέτρου Μαντζαράκη, Εν Αθήναις, 1837

Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά της Σκλαβιάς και του Ξεσηκωμού», [Ανάτυπο εκ του Λαογραφία], Αθήναι, 1963

Τάκης Λάππας, Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα: 1750-1862, Εκδόσεις Ατλαντίς-Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α.Ε., Αθήναι, χ.χ.

Τάκης Λάππας, Οδυσσέας Αντρούτσος, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α. Ε., Αθήνα, χ.χ.

 



[1] Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά της Σκλαβιάς και του Ξεσηκωμού», [Ανάτυπο εκ του Λαογραφία], Αθήναι, 1963, σ. 23, παραπέμπει δε στον Μ. Οικονόμου.

[2] Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά της Σκλαβιάς και του Ξεσηκωμού», ό.π., σ. 23· Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική ανθολογία, Πατριωτική χορηγίας Εμ. Α. Μπενάκη, Αθήναι, 1927, σ. 201

[3] Ιωάννης Βλαχογιάννης, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Δήμος Αθηναίων/Εκ του τυπογραφείου Γ. Σ. Βλαστού, Εν Αθήναις, 1901, Τόμος Α’: Αθηναϊκόν Αρχείον, σ. 287

[4] Στο ίδιο, σσ. 277-278

[5] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Εκ της τυπογραφίας Η Βιτώρια του Κωνστ. Καστόρχη και Συντροφίας, Εν Αθήναις, 1839, τόμος 2ος, σσ. 152-153, σημ. 1

[6] Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική ανθολογία, ό.π., σ. 11· Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, ό.π., σσ. 152-153, σημ. 1

[7] Στα ίδια

[8] Τάκης Λάππας, Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα: 1750-1862, Εκδόσεις Ατλαντίς-Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α.Ε., Αθήναι, χ.χ., σ. 204

[9] Στο ίδιο

[10] Ιωάννης Φιλήμονας, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι, 1859, Τόμος Α’, σ. 10

[12] Βλέπε περισσότερα στο Κάρπος Παπαδόπουλος, Ανασκευή των εις την ιστορίαν των Αθηνών αναφερομένων περί του Στρατηγού Οδυσσέως Ανδρούτζου, του ελληνικού στρατού και του Συνταγματάρχου Καρόλου Φαββιέρου, ό.π., σσ. 13-19

[13] Βλέπε σχετικά επιστολή με ημερομηνία 1/2/1824, την οποία και παραθέσαμε παραπάνω στο σχετικό με τον Γκούρα απόσπασμα. Επίσης, βλέπε: Τάκης Λάππας, Οδυσσέας Αντρούτσος, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α. Ε., Αθήνα, χ.χ., σ. 101

[14] Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά Υπομνήματα ήτοι διάφορα έγγραφα και επιστολαί αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν, Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλάδελφως, Αθήνησι, 1856, σ. 87

[15] Γ. Τερτσέτη, «Ρητά του γέρου Κολοκοτρώνη», Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Βιβλιοθήκη της «Εστίας», Εν Αθήναις, 1889, Τόμος Β’, σ. 89

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Αθανάσιος Καϊδαντζής του Κομνά: αγωνιστής από την Αγόριανη



Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Στο σημερινό μας άρθρο θα φέρουμε στο φως της δημοσιότητας - ίσως για πρώτη φορά - τα πιστοποιητικά του αγωνιστή Αθανάσιου Καϊδαντζή του Κομνά από την Αγόριανη, σημερινή Επτάλοφο Φωκίδας. Ήταν ένας αγωνιστής που διακρινόταν για την ευπείθειά του και τον ζήλο του κάτι που γίνεται γνωστό και από τον μεγάλο αριθμό μαχών στις οποίες συμμετείχε. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στη μάχη των Βασιλικών τραυματίστηκε. Καλή ανάγνωση! 

 

«Δι’ ού πιστοποιείται ότι ο Αθανάσιος Κ. Καϊδαντζής εκ του χωρίου αγόργιανης του Δήμου Χαραδρέων απ’ αρχής του Ιερού αγώνος το 1821 μέχρι του 1827, υπηρέτησεν υπό την οδηγίαν του υπογεγραμμένο Ν. Πανουριά, και Κομνά Τράκα, και παρευρέθη εις τας μάχας Σαλώνων, Γραβιάς, Πατρατζικίου, Μενδενίτζης, Νευροπόλεως, Μάνεσι, Βασιλικών (όπου επληγώθη κατά την αριστεράν χείρα), ράχωβας, άμπλιανης, αμόρανης και πεντεορίων. Όθεν εφοδιάζεται με το παρόν, κατ’ αίτησίν του, εις ένδειξιν.

Άμφισσα 23 Νοεμβρίου 1841

[υπογραφές] Ν. Πανοριάς Συνταγματάρχης, Α. Κοντοσόπουλος Ταγματάρχης

Αρ: 1935 Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών του Νάκου Πανουριά και Αντονίου Κοντοσόπουλου την εικοστήν τετάρτην 9βρίου 1841 εν Αμφίσση ο Συμβουλαιογράφων ειρηνοδίκης Αμφίσσης Δημήτριος Νικολαΐδης (Τ. Σ.)»

Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) / Αριστεία / Φάκελος #098 - Αιτήσεις αγωνιστών / Λήψεις #201 & #202, διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://arxeiomnimon.gak.gr/browse/resource.html?page=11&tab=tab02&id=482272. (7/4/2025).

 

«Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι επί της από του ποιν: νόμου οριζομένη ποινή και επί τη υποχρεώση της ανηκούσης Πολ’ αποζημιώσεως  ότι ο εξ Αγόργιανης του Δήμου Δωριέων της Παρνασσίδος Αθανάσιος Κομνά Καϊδατζής ετών 48 εξ αρχής του Ιερού αγώνος λαβών τα όπλα ηκολούθησε τον Πανοριά και Ν. Πανοριά παρευρέθη εις τας μάχας κατά πρώτον εις την Άμφισσαν, Δερβένι φούρκα, Αετού, Νευρόπολιν, Μενδενίτζης, Γραβιάς, Άμπλιανης, Βασιλικών όπου επληγώθη εις την δεξιάν χείρα, Ράχοβαν, Δίστομον κλ. μέχρι του 1828. Εις τον σχηματισμόν των χιλιαρχιών κατετάχθη εις την Πεντακοσιαρχία του Κ. Τράκα παρευρέθη εις τας μάχας Θηβών και Πέτραςκλ. Ο ρηθείς έτρεξε το στάδιον του αγώνος διαρκώς επέδειξε γενναιότητα ευπείθειαν ζήλον πατριωτισμόν κλ. όθεν τον εφοδιάζομεν με την παρούσαν μας.

Άμφισσα τη 16 9βρίου 1846

[υπογραφές] Ν. Πανοριάς υποστράτηγος

Επικυρούται η γνησιότης της ανωτέρω υπογραφής του υποστρατήγου Κυρίου Νάκου Πανοριά

Άμφισσαν τη 16 9βρίου 1846

Ο Δήμαρχος Αμφίσσης

Α. Κεχαγιάς»

Στο πίσω μέρος:

«Βεβαιούται ότι ο πιστοποιούμενος Αθανάσιος Κομνά Γκαϊδαντζής παρευρέθη εις τας όπισθεν του παρόντος αναφερομένας μάχας δείξας την μεγάλην ανδείαν γενναιότητα την και ευπείθειαν , και ότι εις την μάχην των Βασιλικών επληγώθη εις την δεξιάν χείρα

Άμφισσαν 22 Μαΐου 1865»

Πηγή: Αθανάσιος Καϊνδατζής, Αιτήσεις Αγωνιστών, Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος. Ψηφιακό Αρχείο 1821. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 22/04/2025. https://1821.digitalarchive.gr/archive/show/node/10030

 

Μια αναφορά σε αυτόν σε δευτερογενή πηγή:

«Γεννήθηκε το έτος 1796 και πολέμησε στην Ελληνική Επανάσταση υπό τους οπλαρχηγούς Ιωάν. και Νάκο Πανουργιά και Κομνά Τράκα. Πήρε μέρος στις μάχες: Στην Άμφισσα, τη Δερβενφούρκα, τον Αετό, τη Μενδενίτσα, την Γραβιά, το Πατρατζίκι, τη Νευρόπολη, στο Μάνεση, τα Πεντεόρια, την Άμπλιανη, τα Βασιλικά, την Αράχωβα, το Δίστομο και σ’ άλλα μέρη έως το 1828 ότε κατατάχθηκε στις Χιλιαρχίες, στην Πεντακοσιαρχία του Κομνά Τράκα, και πολέμησε στη Θήβα και στην Πέτρα.

(Πιστοπ. Της 16/11/1846 υπό Νακ. Πανουργιά, Εθν. Βιβλιοθ. Ιστορ. αρχείο αγωνιστών 1821 και Πιστοπ. της 23/11/1841 υπό Νακ. Πανουργιά και Αντ. Κοντοσόπουλου. Γ.Α.Κ. Φακελ. Αριστείων Νο 98)»

Πηγή: Γεώργιος Θεμ. Χαρίτος, Η Μάχη της Αράχωβας Υπό τον Στρατάρχη Γ. Καραϊσκάκη και οι συντελεσταί της (18-24 Νοεμβρίου 1826), Εξεδόθη υπό του δήμου Αράχωβας, Αθήναι, 22001, σ. 599







Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Για τα 200 Χρόνια από τη «Μάχη της Σουβάλας» το 1824: Xρονικό της «Μάχης της Σουβάλας» καθώς και όλης της εκστρατείας του Δερβίς πασά

 



Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Η Ελληνική Επανάσταση το Καλοκαίρι του 1824 είναι αποδεκτό πως βρισκόταν σε ένα τέλμα. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος από τον οποίο μόλις είχε βγει το Ελληνικό Έθνος με άμεσες συνέπειες στις ελλείψεις τροφών και πολεμοφοδίων, είχαν εξουθενώσει τους Έλληνες στρατιώτες. Η περίφημη ιστορία του πρώτου Αγγλικού δανείου έδινε κάποιες ελπίδες αλλά, φούντωσε ξανά τα πράγματα όταν στα ταμεία του Ελληνικού δημοσίου δεν έφτασε παρά το μισό του μισού. Σε όλη αυτή την κατάσταση ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια του σατράπη της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Το σχέδιο προέβλεπε ότι οι Αιγύπτιοι θα επιτίθονταν σε Κρήτη, Κάσο, Ψαρά και Σάμο, διαλύοντας έτσι τις ναυτικές βάσεις των Ελλήνων και ύστερα θα κινούνταν εναντίον της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι από τη στεριά θα κινούνταν σε ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο και αφού διέλυαν κάθε επαναστατική εστία εκεί, θα περνούσαν απέναντι στην Πελοπόννησο για να ενωθούν με τον στρατό των Αιγυπτίων. Αρχιστράτηγος των Αιγυπτίων και ταυτόχρονα βαλής του Μοριά, ορίστηκε ο γιός του Μεχμέτ Αλή, Ιμπραήμ πασάς. «Ρούμελη βαλεσής» είχε διοριστεί ο περιβόητος Δερβίς πασάς του Βιδινίου, ο οποίος είχε προ ετών εξανδραποδίσει την Επανάσταση του Υψηλάντη στις Ηγεμονίες. Αυτός είχε διαταγές να ορίσει τον Ομέρ πασά Βρυώνη υπεύθυνο της επανάστασης Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος θα κατέπνιγε την Επανάσταση στην Ακαρνανία και θα κατευθυνόταν στη Ναύπακτο και τον Ομέρ πασά της Καρύστου να καταπνίξει την Επανάσταση στην Αττικοβοιωτία και να κατευθυνθεί και αυτός προς συνάντησή του. Ο ίδιος ο Δερβίς πασάς θα ασχολούνταν με την Επανάσταση σε Φθιωτιδοφωκίδα και θα κατευθυνόταν προς Ναύπακτο, αφού ανακαταλάμβανε τα Σάλωνα. Τέλος, υπό τις οδηγίες του είχε τον Γιουσούφ πασά Μπερκόφτσαλη και τον Αμπάζ πασά, οι οποίοι ήταν γνώριμοι των Ελληνικών στρατευμάτων από προηγούμενες Οθωμανικές εκστρατείες.

Όπως γίνεται πασιφανές ο Σουλτάνος αποφάσισε ότι θέλει να ξεμπερδεύει με την Επανάσταση των Ελλήνων και γι’ αυτό ανέθεσε τις εκστρατείες προς κατάπνιξη της σε Οθωμανούς στρατηγούς που είχαν πείρα στην κατάπνιξη εξεγέρσεων. Ο Δερβίς πασάς βέβαια ξεκίνησε κάπως απαισιόδοξα την εκστρατεία του. Όχι από άποψη ηθικού αλλά, τεχνικών δυσκολιών. Ενώ είχε εντολές να στρατολογήσει περίπου 30.000 άνδρες, αυτός μόλις που κατάφερε να μαζέψει 10-15.000 και μάλιστα όπως μαρτυρούν άνθρωποι της εποχής, ο στρατός του αποτελούσε συρφετό.

Ο Δερβίς πασάς κατερχόμενος από την Λάρισα πέρασε με άνεση το μισό Φθιωτικό πεδίο και στρατοπέδευσε στην περιοχή του Λιανοκλαδίου. Πρώτοι αντιλήφθηκαν την έλευση της νέας Οθωμανικής στρατιάς οι οπλαρχηγοί Μ. Κοντογιάννης και Σκαλτσοδήμος οι οποίοι και ενημέρωσαν τους υπόλοιπους αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση. Ο Δερβίς πασάς αποφάσισε να χωρίσει το σώμα του στα τρία. Ένα μέρος θα πήγαινε στα Βλαχοχώρια όπου εκεί αιχμαλωτίστηκαν 300 Ελληνικές οικογένειες, οι οποίες αργότερα θα απελευθερωθούν από τους Κοντογιάννη, Σιαφάκα και Σκαλτσοδήμο, ένα άλλο μέρος με τον μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών υπό τις διαταγές των Γιουσούφ πασά Μπερκόφτσαλη και Αμπάζ πασά, θα έπαιρνε την οδό Χαλκωμάτα-Μπράλος-Γραβιά και θα κατευθυνόταν προς Σάλωνα ενώ το τελευταίο σώμα με επικεφαλής τον ίδιο θα περίμενε στο στενό των Θερμοπυλών και θα λειτουργούσε σαν επικουρία του κυρίως σώματος επίθεσης.

Στο Ελληνικό στρατόπεδο τα πράγματα ήταν αρκετά οργανωμένα δεδομένων των συνθηκών. Ο Στορνάρης, ο Λιακατάς, ο Ράγκος, ο Φραγκίστας και άλλοι οπλαρχηγοί μαζί με ένα σώμα 3.000 παρέλαβαν νέες εντολές έτσι ώστε να βαδίσουνε προς τα Άγραφα. Ο Σκαλτσάς, ο Μήτσος Κατσικογιάννης, ο Ίσκος, ο Σιαφάκας, ο Βαλτινός, ο Καραϊσκάκης και άλλοι πήγαν προς το Μακρυκάμπι Λιδωρικίου. Στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα κινήθηκαν οι Νάκος Πανουργιάς, Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Γ. Δράκος και άλλοι με μια ισχυρή δύναμη και άμεση εντολή να ανακόψουν την προώθηση των Οθωμανών προς τα Σάλωνα. Τη δύναμη των ανωτέρω οπλαρχηγών ενίσχυσαν κατόπιν νεότερων εντολών ο Τζαβέλλας με τους Σουλιώτες και ο πελοποννήσιος Π. Νοταράς με 200 άνδρες. Τέλος, προς το Ζεμενό πήγε ο Ανδρούτσος, προς τη Ναύπακτο ο Ζαγγανάς, προς τον Ισθμό ο Ευμορφόπουλος, ενώ στην Αττική είχε διορισθεί αρχηγός ο Γκούρας. Έτσι, παρατηρούμε ότι η Στερεά Ελλάδα ήταν έτοιμη για τη νέα επίθεση. Αρχηγός των εν Κεντρική Ελλάδι σωμάτων είχε αναλάβει ο Νάκος Πανουργιάς (γιός του εκπορθητή των Σαλώνων Γέρο-Πανουργιά). Γενικός αρχιστράτηγος ήταν ο Γκούρας ο οποίος όπως είπαμε είχε κρατήσει την Αττική.

Ο Νάκος Πανουργιάς αποφάσισε, μάλλον ύστερα από προτροπή του πατέρα του, να ανακόψει την προέλαση των Τούρκων στην Άμπλιανη της Φωκίδας. Έτσι, και το στρατόπεδο σχηματίστηκε εκεί και άρχισαν οι προετοιμασίες. Ο Γιουσούφ πασάς βλέποντας ότι δεν μπορεί να κινηθεί προς τα Σάλωνα, γύρισε στον κάμπο της Γραβιάς και οργάνωσε εκεί το στρατόπεδό του.

Στις 8 Ιουλίου ένα σώμα υπό τον Αμπάζ πασά κατευθύνθηκε προς το Λιδωρίκι αλλά αναχαιτίσθηκε στη θέση Μπινίτσα από τον Σκαλτσά και τον Σιαφάκα. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η ενέργεια ήταν αναγνωριστική και άλλες ότι οι Οθωμανοί την έκαναν για να κλέψουν τροφές και άλλα εφόδια. Το τελευταίο βέβαια παρά την ήττα τους, το πέτυχαν.

Οι Έλληνες που βρίσκονταν στην Ανατολική Ελλάδα ήταν-δεν ήταν 1.000 με 1.500. Ο Νάκος Πανουργιάς αν και νέος στην ηλικία, ήταν ευφυέστατος και κατέστρωσε το σχέδιο αντιμετώπισης των Οθωμανών. Μάλλον τον συμβούλευσε και ο πατέρας του Γέρο-Πανουργιάς, όπως λένε μερικοί. Ο Ν. Πανουργιάς έκοψε κορμούς ελάτων και έφραξε τις διαβάσεις της Άμπλιανης με σκοπό να αχρηστεύσει το ιππικό των Τούρκων. Παράλληλα, έστησε 10 προμαχώνες στην Άμπλιανη και ήταν έτοιμοι για την επίθεση. Παράλληλα, κρατήθηκε ένα σώμα υπό τους Κομνά Τράκα και Γεώργιο Χαλμούκη στα ορεινά του Παρνασσού και της Γκιώνας προς ενίσχυση σε περίπτωση αδυναμίας.

Οι Οθωμανοί κινήθηκαν το βράδυ της 13ης Ιουλίου 1824 από τη Γραβιά και όπως γράφουν οι πηγές της εποχής «ξημερώθηκαν στου Σκανδάλη το Μνήμα» την 14η Ιουλίου 1824. Περίπου στις 8 η ώρα έφτασαν στην Άμπλιανη όπου αντιλήφθηκαν την ενέδρα των Ελλήνων. Χωρίστηκαν σε τρείς πτέρυγες. Η μάχη ήταν σφοδρή και κατέληξε σε συντριπτική ήττα των Οθωμανικών δυνάμεων. Οι Οθωμανοί έφυγαν άτακτα και οι Έλληνες τους κυνήγαγαν στα ρουμάνια της περιοχής σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν. Οι απώλειες για τους Οθωμανούς ανέρχονται, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές της εποχής, σε περίπου 2.500 με 3.000, εκτός των τραυματιών. Ενώ, οι Έλληνες είχαν μόνο 9 σκοτωμένους και 12 πληγωμένους. Ο απολογισμός της μάχης της Άμπλιανης ήταν μεγάλος και καταστρεπτικός για τους Οθωμανούς.

Αμέσως, μετά τα πράγματα κάπως πάγωσαν από την πλευρά των Οθωμανών καθότι όπως είναι γνωστό και από άλλες περιπτώσεις της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Οθωμανοί Στρατηγοί έπεφταν σε μελαγχολία όταν νικιούνταν κατά κράτος. Αυτό συνέβη και στην περίπτωσή μας. Οι Γιουσούφ πασάς Μπερκόφτσαλης και Αμπάζ πασάς δεν επιχείρησαν άλλη διέλευση προς Σάλωνα. Αν και κάποιοι ξένοι φιλέλληνες αναφέρουν ότι μπορεί να κινήθηκαν για Σάλωνα περί τα τέλη Ιουλίου μέσω του Παρνασσού, αποτυγχάνοντας βέβαια. Αυτή η διέλευση μάλλον δεν επιβεβαιώνεται.

Οι Οθωμανοί διέμεναν στην περιοχή της Γραβιάς αναμένοντας τις ενισχύσεις που θα καταφτάσουν σε αυτούς σε δύο τμήματα: το ένα 20 με 30 Ιουλίου και το δεύτερο στις αρχές Σεπτεμβρίου υπό τον Τουρκαλβανό Τσελιοπίτσαρη. Οι Έλληνες όμως ήθελαν να τους διώξουν από την περιοχή και γι’ αυτό παρακίνησαν τη μάχη της Πανάσσαρης. Κάποιοι από τους οπλαρχηγούς του Ελληνικού στρατοπέδου έδωσαν μάχη γύρω από το εγκαταλελειμμένο χωριό Πανάσσαρη και την ομώνυμη μονή της Παναγίας πιθανότατα στις 15 Σεπτεμβρίου 1824. Ήταν μια καθαρά ενοχλητική πράξη με σκοπό να διώξουν τους Οθωμανούς από την περιοχή τους. Ο νεοφερμένος Τσελιοπίτσαρης αποφάσισε να τους αντιβγεί μόνος του με τους Τουρκαλβανούς του. Φυσικά ηττήθηκε αυτή τη φορά χάρη στη γενναιότητα του Σουλιώτη Βασίλειου Δαγκλή, ο οποίος σκότωσε τον επικεφαλής των εχθρών και έτσι παρασυρόμενοι οι Οθωμανοί, από το σύνολο των Ελλήνων που αναθάρρεψαν λόγω του ανδραγαθήματος του Δαγκλή, τράπηκαν σε φυγή.

Εικόνα 1: Γεώργιος Δυοβουνιώτης, ο πρωταγωνιστής της μάχης της Σουβάλας

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «ενώ αυτά συνέβαιναν στην Πάργιανη» (μάχη Πανάσσαρης) «ισχυρή εχθρική δύναμη τεσσάρων χιλιάδων ανδρών βάδιζε προς την Σουβάλα με σκοπό από τις κορυφές του Παρνασσού να φτάση στα Σάλωνα».

Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης είχε στήσει στρατόπεδο στην Σουβάλα του Παρνασσού, καθώς την επισκέπτονταν συχνά, αποτελούμενο από 308 ακριβώς άτομα. Ο σχετικός κατάλογος υπάρχει στα Αρχεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Για να είμαστε ακριβείς οι Οθωμανοί κατά πάσα πιθανότητα ξεκίνησαν από τη Γραβιά το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1824 κατευθυνόμενοι προς τη Σουβάλα. Οι Σουβαλιώτες, όσοι δεν έπαιρναν μέρος στις μάχες και τα γυναικόπαιδα, είχαν καταφύγει στις σπηλιές του βουνού τους, δηλαδή του Παρνασσού. Σύμφωνα με τις απόψεις μεγάλων ιστορικών της πατρίδος μας (Βακαλόπουλος, Αθηνά Κόλια-Δερμιτζάκη κ.ά.) αλλά και του ντόπιου ιστοριογράφου της Σουβάλας, Γιώργου Καρούλα, οι Οθωμανοί έφτασαν στην Σουβάλα τη 16η Σεπτεμβρίου και την βρήκαν έρημη και από εκεί κατευθύνθηκαν στον Παρνασσό με σκοπό να περάσουν στα Σάλωνα.

Ντόπιες στοματικές παραδόσεις της Σουβάλας μας αναφέρουν ότι οι Έλληνες βρισκόντουσαν κρυμμένοι στα ρουμάνια των Καρκαβελίων. Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης στις χειρόγραφες εκδουλεύσεις του που βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη αναφέρει ότι πολέμησε στο Κεφαλόβρυσο Σουβάλας. Ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου στη μέση και οι Έλληνες να είχαν απλωθεί σε ολόκληρη εκείνη την περιοχή ανάμεσα στα τοπωνύμια αυτά της Σουβάλας, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και να λειτούργησαν σαν κλέφτες «χτύπα και φεύγα». Γνωστή τακτική από τα χρόνια της κλεφτουριάς. Οι εφημερίδες της εποχής του 1824 αναφέρουν μάχη του Γεώργιου Δυοβουνιώτη στις 16 Σεπτεμβρίου 1824 στην Σουβάλα της επαρχίας Σαλώνων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της χώρας μας οι Οθωμανοί είχαν απώλειες 300 νεκρούς και τραυματίες. Τέλος, κάποιοι αναφέρουν ότι ο Δυοβουνιώτης δέχτηκε ενισχύσεις από άνδρες του Χαλμούκη και του Κομνά Τράκα. Βέβαια στις εκδουλεύσεις του Κομνά Τράκα αυτό δεν αναφέρεται πουθενά αλλά μιας και το έχει σώσει η προφορική παράδοση πρέπει να το αναφέρουμε.

Κλείνοντας, να τονιστεί ότι μέχρι σήμερα o ίδιος έχω εντοπίσει ότι οι Έλληνες είχαν 2 πιστοποιημένους τραυματισμούς στη μάχη της Σουβάλας. Ένας ήταν ο Σουβαλιώτης Ιωάννης Χαζνατάρας και ο δεύτερος κάτοικος του Παλαιοχωρίου Παρνασσίδας Τριαντάφυλλος Ν. Ακρίδας.

Οι Οθωμανοί Στρατηγοί έφυγαν τη νύχτα της 20ης Σεπτεμβρίου από την περιοχή της Γραβιάς. Στις εφημερίδες της εποχής αναφέρεται ότι το στρατόπεδο βρισκόταν υπό διάλυση από μέρες. Στις ίδιες εφημερίδες αναφέρεται ότι ο Γιουσούφ πασάς διορίστηκε «Ρούμελη βαλεσής» στη θέση του Δερβίς πασά - ο οποίος καρατομήθηκε - βρισκόμενος στις 5 Οκτωβρίου στη Λάρισα ερχόμενος από τα Γιάννενα όπου είχε πάει να στρατολογήσει νέους στρατιώτες. Τα υπολείμματα βέβαια της εκστρατείας του Δερβίς πασά έφυγαν από την περιοχή μας στις 7 Οκτωβρίου. Όταν ένα στρατόπεδο φεύγει δεν φεύγουν όλοι μαζί, αλλά σε τμήματα. Αυτό γίνεται για διάφορους λόγους. Δεν θα τους αναλύσουμε εδώ.   

Σημείωση: Όλα αυτά αναφέρονται με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και τις αντίστοιχες βιβλιογραφικές πηγές στο νέο μου βιβλίο «Η αποτυχημένη εκστρατεία του Δερβίς πασά στην Ανατολική Ρούμελη / Οι μάχες Άμπλιανης, Πανάσσαρης και Σουβάλας 200 χρόνια μετά» και που θα παρουσιασθεί προσεχώς στη γενέτειρά μου Πολύδροσο. 

Οι ενδιαφερόμενοι βέβαια φιλίστορες μπορούν να το προμηθευτούν:

Τηλεφωνικά στο 6989847775, στο hliasthanos2001@gmail.com ή στο Facebook Ηλίας Χρ. Θάνος. Προσεχώς η παρουσίαση όπου σας περιμένω όλους!

Εικόνα 2: Εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου του Ηλία Χρ. Θάνου

 

Χρονικό της δράσης του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα προεπαναστατικά και στην Επανάσταση του 1821

  ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογρ...