Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Οι «Γέροι» της Λευτεριάς - Σε ποιους είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «Γέρος» στην Επανάσταση του 1821

 

Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος,

Η συνήθεια να «κολλάμε» σε κάποιον ένα παρατσούκλι έχει επιβιώσει μέχρι της μέρες μας. Έχει δε καθολική και οριζόντια ισχύ σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και σε όλες τις ηλικίες. Έτσι, τα παρατσούκλια ή στη λόγια γλώσσα τα παρωνύμια, ήταν πολύ συνηθισμένα και την εποχή της Επανά
στασης του 1821. Θα τολμήσουμε να πούμε ότι, τότε ήταν περισσότερο διαδεδομένα, καθότι η λαϊκή γλώσσα, απότοκος της οποίας είναι τα παρατσούκλια, γνώρισε άνθιση με την ευστροφία των κατοίκων της Ελλάδας εκείνη την εποχή και την ευρύτερη χρήση της. Σε αυτό το λαογραφικό, περισσότερο, σημείωμα θα ασχοληθούμε με το προσωνύμιο «Γέρος» και τις διάφορες ευφάνταστες παραλλαγές του. Θα εξετάσουμε σε ποιους το είχαν «κολλήσει» και θα παρουσιάσουμε τις πηγές όπου αυτό μπορεί να βρεθεί.

Πρώτα απ’ όλα, «Γέροντες», ο απλός λαός, εκείνης της εποχής, έλεγε τους προεστούς. Τιμητικά δε πολλές φορές τους αποκαλούσαν «άρχοντες» ενώ, οι Τούρκοι «Κοτσαμπάσηδες».[1]

Εκτός όμως της γενικής κατηγορίας των αρχόντων του τόπου οι αγωνιστές είχαν προσδώσει και σε πολλά συγκεκριμένα πρόσωπα το προσωνύμιο «Γέρος» ακολουθούμενο πολλές φορές από χαρακτηρισμούς γεμάτους δημιουργικότητα.

Έτσι,

1) Οι αγωνιστές και οι οπλαρχηγοί αποκαλούσαν «Γέροντα» τον Γκούρα για τη φρονιμάδα του.[2] Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Θα αναφέρουμε δύο για να τεκμηριώσουμε την άποψή μας διασταυρωτικά.

Πρώτο: Σε επιστολή του με ημερομηνία 01/02/1824 ο Νικηταράς γράφει στον Γκούρα:

«Αδελφὲ Γέρο Γκούρα, σὲ ἀσπάζομαι.

Μεγάλως ἐθαύμασα ὁποῦ εἰς τὸν ἐρχομὸν τοῦ πεζοδρόμου σας γράμματά σας δὲν ἔλαβον, ἵνα τόσον τὰ περὶ τῆς ὑγιείας σου, καθὼς καὶ διὰ κάθε τὶ ἄλλο πληροφορηθῶ, ὕστερον ἀφ ̓ οὗ δὲν ἔλειψα νὰ γράψω δὶς καὶ τρὶς τοῦ Γέρο Χουλιάρα καὶ ἀπορῶ εἰς τὴν τόσην ἀλησμονησίαν σας. Ὅθεν ἰδοὺ σᾶς γράφω μαξοὺς μὲ τὸν ἐδικόν σας πεζόν περικαλών σας ἵνα μοῦ γράψετε ἀμέσως, λέγοντάς μου τόσον τὰ περὶ ὑγιείας σας, καθὼς καὶ διὰ κάθε τὶ ἄλλο τῶν αὐτοῦτε, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ τοῦ ἀδελφοῦ Γέρο Χουλιάρα καὶ τὰ περὶ Εὐρίπου τὶ ἀπέγεινεν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἔχωμεν καὶ ἄμποτες. Τὰ τῆς πατρίδος πράγματα, ἀδελφέ, εἶναι εἰς τὰ ἴδια καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὰ κάμη καλὰ. Ὅθεν καὶ περιμένω τὴν ἀπόκρισίν σας ἀμέσως. Σᾶς ἀσπάζομαι καὶ μένω

Ἐκ Τριπολιτζᾶς τῇ α φεβρουαρίου 1824.

Ὀ ἀδελφός σου

Νικήτας σταματελόπουλος».[3]

Δεύτερο: Ο Δρόσος Μανσόλας σε επιστολή του με ημερομηνία 19/07/1823 γράφει στον Γκούρα:

«Γέρο φίλε, χαίροις!

Σήμερον ἔφθασα ἐδῶ καὶ ἔμαθα ὅτι ὁ ἀδελφός μας Νικήτας α) ἐπῆγεν εἰς Κάζαν καὶ λέγουν ὅτι γίνεται πόλεμος ἐκεῖ, ὅμως ἀμφίβολον.

Ἐγὼ πηγαίνω εἰς τὴν Φανερωμένην ὁποῦ εἶναι ὁ γραμματικὸς τοῦ Νικήτα. Λάβε τὰ ἔσωθεν τοῦ ἀδελφοῦ μας Ὀδυσσέως ὁποῦ ἔλαβον σήμερον. Εἰς τὰς δεκαρχίας καὶ εἰκοσιπενταρχίας ὁποῦ ἔγιναν αὐτοῦ α) ἂς εἶναι ἀνακατωμένοι πάντα μὲ τοὺς ἐδικούς σου, νὰ μὴν τοὺς ἀφίνης καὶ γίνεται σῶμα δυνατὸν διὰ πολλὰ αἴτια, εἶσαι γνωστικὸς καὶ τὸ καταλαμβάνεις καλά.

 ̓Απὸ Φανερωμένην σοὶ γράφω πάλιν πῶς καὶ τὶ τρέχουν τὰ πράγματα τὸν πεζὸν ὁποῦ ἐστείλαμεν διὰ τὸν Ὀδυσσέα τὸν ἐμπόδισα ἐπίτηδες ἕως να λάβῃ ἀπόκρισιν ἀπὸ Τρίκκαλα, ὁποῦ ἔστειλεν ἕναν ἄνθρωπον. Αν ἐρωτᾷς καὶ πῶς εὑρίσκομαι, κακὰ ψυχρά. Υγίαινε.

Τῇ 19 Ιουλίου 1823, Κούλουρη.

Ο αδελφός του

Δρόσος Μανσόλας».[4]

2) «Γέρο» φώναζαν οι Πελοποννήσιοι «τον εκ Λαγκαδίων Ιωάννην Δελιγιάννην πατέρα των αδελφών Δελιγιανναίων»[5] προεστό της επαρχίας Καρύταινας, πριν ακόμα από το 1821.[6] Επίσης, έλεγαν το σπίτι του «Γεροντόσπιτο» και τα παιδιά του «Γεροντόπαιδα» ή «Γεροντόπουλα».[7]

3) Τον Καρατάσσο, τον φώναζαν «Γέρο-Τσεκούρα» για τη σκληρότητά του.[8] Τον ίδιο φώναζαν και «παππού».[9]

4) «Γηραία Αλώπηξ» φώναζαν οι Φιλικοί τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Συγκεκριμένα του κόλλησαν αυτό το προσωνύμιο όταν τέθηκε επικεφαλής μιας εταιρείας η οποία αναδύθηκε μέσα από τα σπλάγχνα της Φιλικής Εταιρείας. Γράφει ο Φιλήμων: «Παρὰ τὴν ἀτυχίαν ταύτην ὑπέστη μετ' οὐ πολὺ ἡ Ἑταιρία τῶν Φιλικῶν καὶ τὸ δυστύχημα τῆς ἀποβιώσεως τοῦ Σκουφά κατὰ τὸν ἰούλιον τοῦ 1818 [...], καὶ τοὺς ἀντιπερισπασμοὺς ἄλλης ἐκ τῶν σπλάγχνων ἑαυτῆς ἀναφυείσης ἑταιρίας. Αρχηγὸς ταύτης ὑπετέθη ὁ Ἡλίας Χρυσοσπάθης, Λάκων, ὃν οἱ Φιλικοὶ παρωνόμασαν “γηραιὰν ἀλώπεκα”».[10]

5) Άξιο λόγου είναι το παρατσούκλι (παρωνύμιο) που είχαν «κολλήσει» στον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Τον Οδυσσέα, λοιπόν, τον φώναζε ο λαός «Γέρο-Χουλιάρα» που σήμαινε «επιτήδειος νους, άξιος πολιτικός».[11] Του κόλλησαν δε αυτό το παρατσούκλι το 1822 μετά τη μάχη του Δαδιού (σημερινής Αμφίκλειας Φθιώτιδας) και την εξαπάτηση των Τούρκων που ακολούθησε.[12] Υποθέτουμε ότι το παρατσούκλι του το «κόλλησε» ο φίλος του Νικηταράς.[13] Τέλος, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον φώναζε ο Δημήτριος Υψηλάντης «γέρο Πυργιόβολο». Ακολουθεί η σχετική επιστολή στην οποία γίνεται η μνεία:

«Γενναιότατε Στρατηγὲ Κύριε Νικήτα!

Δὲν λείπω καὶ αὖθις νὰ ἐρωτήσω διὰ τοῦ παρόντος μου τὴν ἀγαθὴν ὑγείαν σου καὶ νὰ σοὶ φανερώσω ὅτι καὶ ἐγὼ θείᾳ χάριτι ὑγιαίνω· ἡμέραι ἱκανοὶ παρῆλθον, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβον ἔτι γράμμα σου δηλοποιητικὸν τῶν ἐκεῖσε διατρεχόντων· ἡ ἐνταῦθα παρουσία μου δὲν ἀκελεῖ νὰ διενεργῇ τὰ συμφέροντα κοινῶς τῆς πατρίδος καὶ τὰ ὅσα ἀναγκαιοῦσι διὰ τὸ ἐκεῖσε στρατόπεδόν σας, ὅσον δηλονότι περὶ τροφῶν, τόσον καὶ περὶ πολεμικῶν ἐφοδίων πλὴν, ἤξευρε, ἀδελφὲ, ὅτι τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπαραδειγμάτιστον ἐκείνην ἀναρχίαν καὶ ἀταξίαν, μὴ θέλον νὰ ἠξεύρῃ, μήτε διοίκησιν, μήτε προσταγάς· ἡ ἔνδοξος Γερουσία δεικνύει προθυμίαν φοβερὸν καὶ μεγάλην, πλὴν τί νὰ κάμῃ ἀφοῦ αἱ διαταγαί της δὲν εἰσακούονται καὶ δύναμιν ἱκανὴν δὲν ἔχει διὰ νὰ ἐκτελῇ αὐτὰς καὶ μὲ βίαν μολοντοῦτο ἀγωνίζεται καὶ πάσχει διὰ τὴν προμήθειαν τῶν τροφών καὶ πολλῶν ἄλλων ἀναγκαίων, εὔχομαι δὲ νὰ συγκροτηθῇ ἡ νέα ἐθνικὴ συνέλευσις τὸ γρηγορώτερον διὰ νὰ συστηθῇ διοίκησις δυνατὴ καὶ νὰ εὐτακτήσουν τὰ πράγματα. Τὰ πράγματα τῆς  ̓Ανατολικῆς Ελλάδος ὑπάγουν εἰς τὸ καλλίτερον, ὁ γέρο Πυργιόβολος, (ἐννοεῖ τὸν Ὀδυσσέα) πάσχει με διαφόρους ἀπάτας νὰ ἀργοπορῆ τοὺς ἐχθροὺς ἐκεῖ καὶ νὰ τοὺς καταπείσῃ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ Ζητούνιον· ἠξεύρεις τὸ πνεῦμά του καὶ ταῖς διαβολαῖς του, καὶ ἴσως τοὺς ἀπατήσει. Φανέρωσόν μου, παρακαλῶ, καὶ ἡ γενναιότης σου, ἐκεῖθεν εἰς ποίας θέσεις εὑρίσκεσθε, πόσα τὰ στρατεύματα τα Ελληνικὰ, πόσοι οἱ ἐχθροί, ἂν συμβαίνωσιν ἀκροβολισμοί, ποία ἡ κατάστασις τῶν Ναυπλιωτῶν, διὰ νὰ ἔχω πληροφορίας, ὁμοίως καὶ περὶ ὅσων νεωτέρων. Σοὶ δίδω δὲ τὴν ἀγαθὴν εἴδησιν αὐτὴν, γράμματα ἔφθασαν ἀπὸ Ἀγκῶνα εἰς τὴν διοίκησιν φανερώνοντα, ὅτι τὸ ἐν Βερώνη Εὐρωπαϊκὸν συνέδριον ἐπεκύρωσε τὴν ἀνεξαρτησίαν μας, ἠλευθέρωσε δὲ καὶ τὸν ἀδελφόν μου  ̓Αλέξανδρον, διὰ νὰ ὑπάγῃ ὅπου θέλει, ὅστις καὶ ἑτοιμάζεται νὰ ἔλθῃ. Εἶθε ταῦτα πάντα ἀληθεύσωσιν. Εὐχόμεθα εἰς τὴν Γενναιότητά σου ὑγείαν.

Ἐν Τριπολιτζὰ τὴν 27 Νοεμβρίου 1822.

Ο φίλος Σου Δημήτριος Υψηλάντης».[14]

6) Το παρατσούκλι του Κολοκοτρώνη, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, ήταν «Γέρος του Μοριά». Σύμφωνα με τον Τερτσέτη: «Η ονομασία γέρος τοῦ ἐγεννήθη, ἐπειδὴ ἦτο πολύξερος, ἔξυπνος, εἶχε πονηρίαις· ὅθεν καὶ τὸ τραγούδι τοῦ παλαιοῦ χαλασμοῦ τῶν Κολοκοτρωναίων λέγει:

Ο Θοδωράκης, πολὺ πονηρεμένος. Εγλύτωσε ὁ καϋμένος.

Εἰς τὰ ἔθνη ὅπου ἡ παιδεία δὲν εἶναι ἐξηπλωμένη καὶ ἡ ἐπισστήμη δεν φωτίζει τοὺς νέους, οἱ γέροντες ἔχουν τὰ πρωτεία τῆς γνώσεως· ὅποιος εἶδε πρωϊμώτερα τὸν ἥλιο, ἔχει καὶ πρᾶξιν περισσότερη τῆς ζωῆς».[15]

 

Βιβλιογραφία:

Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Εκ της τυπογραφίας Η Βιτώρια του Κωνστ. Καστόρχη και Συντροφίας, Εν Αθήναις, 1839, τόμος 2ος

Γ. Τερτσέτη, «Ρητά του γέρου Κολοκοτρώνη», Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Βιβλιοθήκη της «Εστίας», Εν Αθήναις, 1889, Τόμος Β’

Ιωάννης Βλαχογιάννης, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Δήμος Αθηναίων/Εκ του τυπογραφείου Γ. Σ. Βλαστού, Εν Αθήναις, 1901, Τόμος Α’: Αθηναϊκόν Αρχείον 

Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική ανθολογία, Πατριωτική χορηγίας Εμ. Α. Μπενάκη, Αθήναι, 1927

Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά Υπομνήματα ήτοι διάφορα έγγραφα και επιστολαί αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν, Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλάδελφως, Αθήνησι, 1856

Ιωάννης Φιλήμονας, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι, 1859, Τόμος Α’

Κάρπος Παπαδόπουλος, Ανασκευή των εις την ιστορίαν των Αθηνών αναφερομένων περί του Στρατηγού Οδυσσέως Ανδρούτζου, του ελληνικού στρατού και του Συνταγματάρχου Καρόλου Φαββιέρου, Εκ της τυπογραφίας Πέτρου Μαντζαράκη, Εν Αθήναις, 1837

Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά της Σκλαβιάς και του Ξεσηκωμού», [Ανάτυπο εκ του Λαογραφία], Αθήναι, 1963

Τάκης Λάππας, Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα: 1750-1862, Εκδόσεις Ατλαντίς-Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α.Ε., Αθήναι, χ.χ.

Τάκης Λάππας, Οδυσσέας Αντρούτσος, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α. Ε., Αθήνα, χ.χ.

 



[1] Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά της Σκλαβιάς και του Ξεσηκωμού», [Ανάτυπο εκ του Λαογραφία], Αθήναι, 1963, σ. 23, παραπέμπει δε στον Μ. Οικονόμου.

[2] Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά της Σκλαβιάς και του Ξεσηκωμού», ό.π., σ. 23· Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική ανθολογία, Πατριωτική χορηγίας Εμ. Α. Μπενάκη, Αθήναι, 1927, σ. 201

[3] Ιωάννης Βλαχογιάννης, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Δήμος Αθηναίων/Εκ του τυπογραφείου Γ. Σ. Βλαστού, Εν Αθήναις, 1901, Τόμος Α’: Αθηναϊκόν Αρχείον, σ. 287

[4] Στο ίδιο, σσ. 277-278

[5] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Εκ της τυπογραφίας Η Βιτώρια του Κωνστ. Καστόρχη και Συντροφίας, Εν Αθήναις, 1839, τόμος 2ος, σσ. 152-153, σημ. 1

[6] Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική ανθολογία, ό.π., σ. 11· Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, ό.π., σσ. 152-153, σημ. 1

[7] Στα ίδια

[8] Τάκης Λάππας, Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα: 1750-1862, Εκδόσεις Ατλαντίς-Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α.Ε., Αθήναι, χ.χ., σ. 204

[9] Στο ίδιο

[10] Ιωάννης Φιλήμονας, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι, 1859, Τόμος Α’, σ. 10

[12] Βλέπε περισσότερα στο Κάρπος Παπαδόπουλος, Ανασκευή των εις την ιστορίαν των Αθηνών αναφερομένων περί του Στρατηγού Οδυσσέως Ανδρούτζου, του ελληνικού στρατού και του Συνταγματάρχου Καρόλου Φαββιέρου, ό.π., σσ. 13-19

[13] Βλέπε σχετικά επιστολή με ημερομηνία 1/2/1824, την οποία και παραθέσαμε παραπάνω στο σχετικό με τον Γκούρα απόσπασμα. Επίσης, βλέπε: Τάκης Λάππας, Οδυσσέας Αντρούτσος, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης & Σια Α. Ε., Αθήνα, χ.χ., σ. 101

[14] Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά Υπομνήματα ήτοι διάφορα έγγραφα και επιστολαί αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν, Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλάδελφως, Αθήνησι, 1856, σ. 87

[15] Γ. Τερτσέτη, «Ρητά του γέρου Κολοκοτρώνη», Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Βιβλιοθήκη της «Εστίας», Εν Αθήναις, 1889, Τόμος Β’, σ. 89

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Αθανάσιος Καϊδαντζής του Κομνά: αγωνιστής από την Αγόριανη



Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Στο σημερινό μας άρθρο θα φέρουμε στο φως της δημοσιότητας - ίσως για πρώτη φορά - τα πιστοποιητικά του αγωνιστή Αθανάσιου Καϊδαντζή του Κομνά από την Αγόριανη, σημερινή Επτάλοφο Φωκίδας. Ήταν ένας αγωνιστής που διακρινόταν για την ευπείθειά του και τον ζήλο του κάτι που γίνεται γνωστό και από τον μεγάλο αριθμό μαχών στις οποίες συμμετείχε. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στη μάχη των Βασιλικών τραυματίστηκε. Καλή ανάγνωση! 

 

«Δι’ ού πιστοποιείται ότι ο Αθανάσιος Κ. Καϊδαντζής εκ του χωρίου αγόργιανης του Δήμου Χαραδρέων απ’ αρχής του Ιερού αγώνος το 1821 μέχρι του 1827, υπηρέτησεν υπό την οδηγίαν του υπογεγραμμένο Ν. Πανουριά, και Κομνά Τράκα, και παρευρέθη εις τας μάχας Σαλώνων, Γραβιάς, Πατρατζικίου, Μενδενίτζης, Νευροπόλεως, Μάνεσι, Βασιλικών (όπου επληγώθη κατά την αριστεράν χείρα), ράχωβας, άμπλιανης, αμόρανης και πεντεορίων. Όθεν εφοδιάζεται με το παρόν, κατ’ αίτησίν του, εις ένδειξιν.

Άμφισσα 23 Νοεμβρίου 1841

[υπογραφές] Ν. Πανοριάς Συνταγματάρχης, Α. Κοντοσόπουλος Ταγματάρχης

Αρ: 1935 Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών του Νάκου Πανουριά και Αντονίου Κοντοσόπουλου την εικοστήν τετάρτην 9βρίου 1841 εν Αμφίσση ο Συμβουλαιογράφων ειρηνοδίκης Αμφίσσης Δημήτριος Νικολαΐδης (Τ. Σ.)»

Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) / Αριστεία / Φάκελος #098 - Αιτήσεις αγωνιστών / Λήψεις #201 & #202, διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://arxeiomnimon.gak.gr/browse/resource.html?page=11&tab=tab02&id=482272. (7/4/2025).

 

«Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι επί της από του ποιν: νόμου οριζομένη ποινή και επί τη υποχρεώση της ανηκούσης Πολ’ αποζημιώσεως  ότι ο εξ Αγόργιανης του Δήμου Δωριέων της Παρνασσίδος Αθανάσιος Κομνά Καϊδατζής ετών 48 εξ αρχής του Ιερού αγώνος λαβών τα όπλα ηκολούθησε τον Πανοριά και Ν. Πανοριά παρευρέθη εις τας μάχας κατά πρώτον εις την Άμφισσαν, Δερβένι φούρκα, Αετού, Νευρόπολιν, Μενδενίτζης, Γραβιάς, Άμπλιανης, Βασιλικών όπου επληγώθη εις την δεξιάν χείρα, Ράχοβαν, Δίστομον κλ. μέχρι του 1828. Εις τον σχηματισμόν των χιλιαρχιών κατετάχθη εις την Πεντακοσιαρχία του Κ. Τράκα παρευρέθη εις τας μάχας Θηβών και Πέτραςκλ. Ο ρηθείς έτρεξε το στάδιον του αγώνος διαρκώς επέδειξε γενναιότητα ευπείθειαν ζήλον πατριωτισμόν κλ. όθεν τον εφοδιάζομεν με την παρούσαν μας.

Άμφισσα τη 16 9βρίου 1846

[υπογραφές] Ν. Πανοριάς υποστράτηγος

Επικυρούται η γνησιότης της ανωτέρω υπογραφής του υποστρατήγου Κυρίου Νάκου Πανοριά

Άμφισσαν τη 16 9βρίου 1846

Ο Δήμαρχος Αμφίσσης

Α. Κεχαγιάς»

Στο πίσω μέρος:

«Βεβαιούται ότι ο πιστοποιούμενος Αθανάσιος Κομνά Γκαϊδαντζής παρευρέθη εις τας όπισθεν του παρόντος αναφερομένας μάχας δείξας την μεγάλην ανδείαν γενναιότητα την και ευπείθειαν , και ότι εις την μάχην των Βασιλικών επληγώθη εις την δεξιάν χείρα

Άμφισσαν 22 Μαΐου 1865»

Πηγή: Αθανάσιος Καϊνδατζής, Αιτήσεις Αγωνιστών, Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος. Ψηφιακό Αρχείο 1821. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 22/04/2025. https://1821.digitalarchive.gr/archive/show/node/10030

 

Μια αναφορά σε αυτόν σε δευτερογενή πηγή:

«Γεννήθηκε το έτος 1796 και πολέμησε στην Ελληνική Επανάσταση υπό τους οπλαρχηγούς Ιωάν. και Νάκο Πανουργιά και Κομνά Τράκα. Πήρε μέρος στις μάχες: Στην Άμφισσα, τη Δερβενφούρκα, τον Αετό, τη Μενδενίτσα, την Γραβιά, το Πατρατζίκι, τη Νευρόπολη, στο Μάνεση, τα Πεντεόρια, την Άμπλιανη, τα Βασιλικά, την Αράχωβα, το Δίστομο και σ’ άλλα μέρη έως το 1828 ότε κατατάχθηκε στις Χιλιαρχίες, στην Πεντακοσιαρχία του Κομνά Τράκα, και πολέμησε στη Θήβα και στην Πέτρα.

(Πιστοπ. Της 16/11/1846 υπό Νακ. Πανουργιά, Εθν. Βιβλιοθ. Ιστορ. αρχείο αγωνιστών 1821 και Πιστοπ. της 23/11/1841 υπό Νακ. Πανουργιά και Αντ. Κοντοσόπουλου. Γ.Α.Κ. Φακελ. Αριστείων Νο 98)»

Πηγή: Γεώργιος Θεμ. Χαρίτος, Η Μάχη της Αράχωβας Υπό τον Στρατάρχη Γ. Καραϊσκάκη και οι συντελεσταί της (18-24 Νοεμβρίου 1826), Εξεδόθη υπό του δήμου Αράχωβας, Αθήναι, 22001, σ. 599







Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Για τα 200 Χρόνια από τη «Μάχη της Σουβάλας» το 1824: Xρονικό της «Μάχης της Σουβάλας» καθώς και όλης της εκστρατείας του Δερβίς πασά

 



Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Η Ελληνική Επανάσταση το Καλοκαίρι του 1824 είναι αποδεκτό πως βρισκόταν σε ένα τέλμα. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος από τον οποίο μόλις είχε βγει το Ελληνικό Έθνος με άμεσες συνέπειες στις ελλείψεις τροφών και πολεμοφοδίων, είχαν εξουθενώσει τους Έλληνες στρατιώτες. Η περίφημη ιστορία του πρώτου Αγγλικού δανείου έδινε κάποιες ελπίδες αλλά, φούντωσε ξανά τα πράγματα όταν στα ταμεία του Ελληνικού δημοσίου δεν έφτασε παρά το μισό του μισού. Σε όλη αυτή την κατάσταση ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια του σατράπη της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Το σχέδιο προέβλεπε ότι οι Αιγύπτιοι θα επιτίθονταν σε Κρήτη, Κάσο, Ψαρά και Σάμο, διαλύοντας έτσι τις ναυτικές βάσεις των Ελλήνων και ύστερα θα κινούνταν εναντίον της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι από τη στεριά θα κινούνταν σε ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο και αφού διέλυαν κάθε επαναστατική εστία εκεί, θα περνούσαν απέναντι στην Πελοπόννησο για να ενωθούν με τον στρατό των Αιγυπτίων. Αρχιστράτηγος των Αιγυπτίων και ταυτόχρονα βαλής του Μοριά, ορίστηκε ο γιός του Μεχμέτ Αλή, Ιμπραήμ πασάς. «Ρούμελη βαλεσής» είχε διοριστεί ο περιβόητος Δερβίς πασάς του Βιδινίου, ο οποίος είχε προ ετών εξανδραποδίσει την Επανάσταση του Υψηλάντη στις Ηγεμονίες. Αυτός είχε διαταγές να ορίσει τον Ομέρ πασά Βρυώνη υπεύθυνο της επανάστασης Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος θα κατέπνιγε την Επανάσταση στην Ακαρνανία και θα κατευθυνόταν στη Ναύπακτο και τον Ομέρ πασά της Καρύστου να καταπνίξει την Επανάσταση στην Αττικοβοιωτία και να κατευθυνθεί και αυτός προς συνάντησή του. Ο ίδιος ο Δερβίς πασάς θα ασχολούνταν με την Επανάσταση σε Φθιωτιδοφωκίδα και θα κατευθυνόταν προς Ναύπακτο, αφού ανακαταλάμβανε τα Σάλωνα. Τέλος, υπό τις οδηγίες του είχε τον Γιουσούφ πασά Μπερκόφτσαλη και τον Αμπάζ πασά, οι οποίοι ήταν γνώριμοι των Ελληνικών στρατευμάτων από προηγούμενες Οθωμανικές εκστρατείες.

Όπως γίνεται πασιφανές ο Σουλτάνος αποφάσισε ότι θέλει να ξεμπερδεύει με την Επανάσταση των Ελλήνων και γι’ αυτό ανέθεσε τις εκστρατείες προς κατάπνιξη της σε Οθωμανούς στρατηγούς που είχαν πείρα στην κατάπνιξη εξεγέρσεων. Ο Δερβίς πασάς βέβαια ξεκίνησε κάπως απαισιόδοξα την εκστρατεία του. Όχι από άποψη ηθικού αλλά, τεχνικών δυσκολιών. Ενώ είχε εντολές να στρατολογήσει περίπου 30.000 άνδρες, αυτός μόλις που κατάφερε να μαζέψει 10-15.000 και μάλιστα όπως μαρτυρούν άνθρωποι της εποχής, ο στρατός του αποτελούσε συρφετό.

Ο Δερβίς πασάς κατερχόμενος από την Λάρισα πέρασε με άνεση το μισό Φθιωτικό πεδίο και στρατοπέδευσε στην περιοχή του Λιανοκλαδίου. Πρώτοι αντιλήφθηκαν την έλευση της νέας Οθωμανικής στρατιάς οι οπλαρχηγοί Μ. Κοντογιάννης και Σκαλτσοδήμος οι οποίοι και ενημέρωσαν τους υπόλοιπους αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση. Ο Δερβίς πασάς αποφάσισε να χωρίσει το σώμα του στα τρία. Ένα μέρος θα πήγαινε στα Βλαχοχώρια όπου εκεί αιχμαλωτίστηκαν 300 Ελληνικές οικογένειες, οι οποίες αργότερα θα απελευθερωθούν από τους Κοντογιάννη, Σιαφάκα και Σκαλτσοδήμο, ένα άλλο μέρος με τον μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών υπό τις διαταγές των Γιουσούφ πασά Μπερκόφτσαλη και Αμπάζ πασά, θα έπαιρνε την οδό Χαλκωμάτα-Μπράλος-Γραβιά και θα κατευθυνόταν προς Σάλωνα ενώ το τελευταίο σώμα με επικεφαλής τον ίδιο θα περίμενε στο στενό των Θερμοπυλών και θα λειτουργούσε σαν επικουρία του κυρίως σώματος επίθεσης.

Στο Ελληνικό στρατόπεδο τα πράγματα ήταν αρκετά οργανωμένα δεδομένων των συνθηκών. Ο Στορνάρης, ο Λιακατάς, ο Ράγκος, ο Φραγκίστας και άλλοι οπλαρχηγοί μαζί με ένα σώμα 3.000 παρέλαβαν νέες εντολές έτσι ώστε να βαδίσουνε προς τα Άγραφα. Ο Σκαλτσάς, ο Μήτσος Κατσικογιάννης, ο Ίσκος, ο Σιαφάκας, ο Βαλτινός, ο Καραϊσκάκης και άλλοι πήγαν προς το Μακρυκάμπι Λιδωρικίου. Στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα κινήθηκαν οι Νάκος Πανουργιάς, Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Γ. Δράκος και άλλοι με μια ισχυρή δύναμη και άμεση εντολή να ανακόψουν την προώθηση των Οθωμανών προς τα Σάλωνα. Τη δύναμη των ανωτέρω οπλαρχηγών ενίσχυσαν κατόπιν νεότερων εντολών ο Τζαβέλλας με τους Σουλιώτες και ο πελοποννήσιος Π. Νοταράς με 200 άνδρες. Τέλος, προς το Ζεμενό πήγε ο Ανδρούτσος, προς τη Ναύπακτο ο Ζαγγανάς, προς τον Ισθμό ο Ευμορφόπουλος, ενώ στην Αττική είχε διορισθεί αρχηγός ο Γκούρας. Έτσι, παρατηρούμε ότι η Στερεά Ελλάδα ήταν έτοιμη για τη νέα επίθεση. Αρχηγός των εν Κεντρική Ελλάδι σωμάτων είχε αναλάβει ο Νάκος Πανουργιάς (γιός του εκπορθητή των Σαλώνων Γέρο-Πανουργιά). Γενικός αρχιστράτηγος ήταν ο Γκούρας ο οποίος όπως είπαμε είχε κρατήσει την Αττική.

Ο Νάκος Πανουργιάς αποφάσισε, μάλλον ύστερα από προτροπή του πατέρα του, να ανακόψει την προέλαση των Τούρκων στην Άμπλιανη της Φωκίδας. Έτσι, και το στρατόπεδο σχηματίστηκε εκεί και άρχισαν οι προετοιμασίες. Ο Γιουσούφ πασάς βλέποντας ότι δεν μπορεί να κινηθεί προς τα Σάλωνα, γύρισε στον κάμπο της Γραβιάς και οργάνωσε εκεί το στρατόπεδό του.

Στις 8 Ιουλίου ένα σώμα υπό τον Αμπάζ πασά κατευθύνθηκε προς το Λιδωρίκι αλλά αναχαιτίσθηκε στη θέση Μπινίτσα από τον Σκαλτσά και τον Σιαφάκα. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η ενέργεια ήταν αναγνωριστική και άλλες ότι οι Οθωμανοί την έκαναν για να κλέψουν τροφές και άλλα εφόδια. Το τελευταίο βέβαια παρά την ήττα τους, το πέτυχαν.

Οι Έλληνες που βρίσκονταν στην Ανατολική Ελλάδα ήταν-δεν ήταν 1.000 με 1.500. Ο Νάκος Πανουργιάς αν και νέος στην ηλικία, ήταν ευφυέστατος και κατέστρωσε το σχέδιο αντιμετώπισης των Οθωμανών. Μάλλον τον συμβούλευσε και ο πατέρας του Γέρο-Πανουργιάς, όπως λένε μερικοί. Ο Ν. Πανουργιάς έκοψε κορμούς ελάτων και έφραξε τις διαβάσεις της Άμπλιανης με σκοπό να αχρηστεύσει το ιππικό των Τούρκων. Παράλληλα, έστησε 10 προμαχώνες στην Άμπλιανη και ήταν έτοιμοι για την επίθεση. Παράλληλα, κρατήθηκε ένα σώμα υπό τους Κομνά Τράκα και Γεώργιο Χαλμούκη στα ορεινά του Παρνασσού και της Γκιώνας προς ενίσχυση σε περίπτωση αδυναμίας.

Οι Οθωμανοί κινήθηκαν το βράδυ της 13ης Ιουλίου 1824 από τη Γραβιά και όπως γράφουν οι πηγές της εποχής «ξημερώθηκαν στου Σκανδάλη το Μνήμα» την 14η Ιουλίου 1824. Περίπου στις 8 η ώρα έφτασαν στην Άμπλιανη όπου αντιλήφθηκαν την ενέδρα των Ελλήνων. Χωρίστηκαν σε τρείς πτέρυγες. Η μάχη ήταν σφοδρή και κατέληξε σε συντριπτική ήττα των Οθωμανικών δυνάμεων. Οι Οθωμανοί έφυγαν άτακτα και οι Έλληνες τους κυνήγαγαν στα ρουμάνια της περιοχής σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν. Οι απώλειες για τους Οθωμανούς ανέρχονται, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές της εποχής, σε περίπου 2.500 με 3.000, εκτός των τραυματιών. Ενώ, οι Έλληνες είχαν μόνο 9 σκοτωμένους και 12 πληγωμένους. Ο απολογισμός της μάχης της Άμπλιανης ήταν μεγάλος και καταστρεπτικός για τους Οθωμανούς.

Αμέσως, μετά τα πράγματα κάπως πάγωσαν από την πλευρά των Οθωμανών καθότι όπως είναι γνωστό και από άλλες περιπτώσεις της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Οθωμανοί Στρατηγοί έπεφταν σε μελαγχολία όταν νικιούνταν κατά κράτος. Αυτό συνέβη και στην περίπτωσή μας. Οι Γιουσούφ πασάς Μπερκόφτσαλης και Αμπάζ πασάς δεν επιχείρησαν άλλη διέλευση προς Σάλωνα. Αν και κάποιοι ξένοι φιλέλληνες αναφέρουν ότι μπορεί να κινήθηκαν για Σάλωνα περί τα τέλη Ιουλίου μέσω του Παρνασσού, αποτυγχάνοντας βέβαια. Αυτή η διέλευση μάλλον δεν επιβεβαιώνεται.

Οι Οθωμανοί διέμεναν στην περιοχή της Γραβιάς αναμένοντας τις ενισχύσεις που θα καταφτάσουν σε αυτούς σε δύο τμήματα: το ένα 20 με 30 Ιουλίου και το δεύτερο στις αρχές Σεπτεμβρίου υπό τον Τουρκαλβανό Τσελιοπίτσαρη. Οι Έλληνες όμως ήθελαν να τους διώξουν από την περιοχή και γι’ αυτό παρακίνησαν τη μάχη της Πανάσσαρης. Κάποιοι από τους οπλαρχηγούς του Ελληνικού στρατοπέδου έδωσαν μάχη γύρω από το εγκαταλελειμμένο χωριό Πανάσσαρη και την ομώνυμη μονή της Παναγίας πιθανότατα στις 15 Σεπτεμβρίου 1824. Ήταν μια καθαρά ενοχλητική πράξη με σκοπό να διώξουν τους Οθωμανούς από την περιοχή τους. Ο νεοφερμένος Τσελιοπίτσαρης αποφάσισε να τους αντιβγεί μόνος του με τους Τουρκαλβανούς του. Φυσικά ηττήθηκε αυτή τη φορά χάρη στη γενναιότητα του Σουλιώτη Βασίλειου Δαγκλή, ο οποίος σκότωσε τον επικεφαλής των εχθρών και έτσι παρασυρόμενοι οι Οθωμανοί, από το σύνολο των Ελλήνων που αναθάρρεψαν λόγω του ανδραγαθήματος του Δαγκλή, τράπηκαν σε φυγή.

Εικόνα 1: Γεώργιος Δυοβουνιώτης, ο πρωταγωνιστής της μάχης της Σουβάλας

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «ενώ αυτά συνέβαιναν στην Πάργιανη» (μάχη Πανάσσαρης) «ισχυρή εχθρική δύναμη τεσσάρων χιλιάδων ανδρών βάδιζε προς την Σουβάλα με σκοπό από τις κορυφές του Παρνασσού να φτάση στα Σάλωνα».

Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης είχε στήσει στρατόπεδο στην Σουβάλα του Παρνασσού, καθώς την επισκέπτονταν συχνά, αποτελούμενο από 308 ακριβώς άτομα. Ο σχετικός κατάλογος υπάρχει στα Αρχεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Για να είμαστε ακριβείς οι Οθωμανοί κατά πάσα πιθανότητα ξεκίνησαν από τη Γραβιά το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1824 κατευθυνόμενοι προς τη Σουβάλα. Οι Σουβαλιώτες, όσοι δεν έπαιρναν μέρος στις μάχες και τα γυναικόπαιδα, είχαν καταφύγει στις σπηλιές του βουνού τους, δηλαδή του Παρνασσού. Σύμφωνα με τις απόψεις μεγάλων ιστορικών της πατρίδος μας (Βακαλόπουλος, Αθηνά Κόλια-Δερμιτζάκη κ.ά.) αλλά και του ντόπιου ιστοριογράφου της Σουβάλας, Γιώργου Καρούλα, οι Οθωμανοί έφτασαν στην Σουβάλα τη 16η Σεπτεμβρίου και την βρήκαν έρημη και από εκεί κατευθύνθηκαν στον Παρνασσό με σκοπό να περάσουν στα Σάλωνα.

Ντόπιες στοματικές παραδόσεις της Σουβάλας μας αναφέρουν ότι οι Έλληνες βρισκόντουσαν κρυμμένοι στα ρουμάνια των Καρκαβελίων. Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης στις χειρόγραφες εκδουλεύσεις του που βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη αναφέρει ότι πολέμησε στο Κεφαλόβρυσο Σουβάλας. Ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου στη μέση και οι Έλληνες να είχαν απλωθεί σε ολόκληρη εκείνη την περιοχή ανάμεσα στα τοπωνύμια αυτά της Σουβάλας, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και να λειτούργησαν σαν κλέφτες «χτύπα και φεύγα». Γνωστή τακτική από τα χρόνια της κλεφτουριάς. Οι εφημερίδες της εποχής του 1824 αναφέρουν μάχη του Γεώργιου Δυοβουνιώτη στις 16 Σεπτεμβρίου 1824 στην Σουβάλα της επαρχίας Σαλώνων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της χώρας μας οι Οθωμανοί είχαν απώλειες 300 νεκρούς και τραυματίες. Τέλος, κάποιοι αναφέρουν ότι ο Δυοβουνιώτης δέχτηκε ενισχύσεις από άνδρες του Χαλμούκη και του Κομνά Τράκα. Βέβαια στις εκδουλεύσεις του Κομνά Τράκα αυτό δεν αναφέρεται πουθενά αλλά μιας και το έχει σώσει η προφορική παράδοση πρέπει να το αναφέρουμε.

Κλείνοντας, να τονιστεί ότι μέχρι σήμερα o ίδιος έχω εντοπίσει ότι οι Έλληνες είχαν 2 πιστοποιημένους τραυματισμούς στη μάχη της Σουβάλας. Ένας ήταν ο Σουβαλιώτης Ιωάννης Χαζνατάρας και ο δεύτερος κάτοικος του Παλαιοχωρίου Παρνασσίδας Τριαντάφυλλος Ν. Ακρίδας.

Οι Οθωμανοί Στρατηγοί έφυγαν τη νύχτα της 20ης Σεπτεμβρίου από την περιοχή της Γραβιάς. Στις εφημερίδες της εποχής αναφέρεται ότι το στρατόπεδο βρισκόταν υπό διάλυση από μέρες. Στις ίδιες εφημερίδες αναφέρεται ότι ο Γιουσούφ πασάς διορίστηκε «Ρούμελη βαλεσής» στη θέση του Δερβίς πασά - ο οποίος καρατομήθηκε - βρισκόμενος στις 5 Οκτωβρίου στη Λάρισα ερχόμενος από τα Γιάννενα όπου είχε πάει να στρατολογήσει νέους στρατιώτες. Τα υπολείμματα βέβαια της εκστρατείας του Δερβίς πασά έφυγαν από την περιοχή μας στις 7 Οκτωβρίου. Όταν ένα στρατόπεδο φεύγει δεν φεύγουν όλοι μαζί, αλλά σε τμήματα. Αυτό γίνεται για διάφορους λόγους. Δεν θα τους αναλύσουμε εδώ.   

Σημείωση: Όλα αυτά αναφέρονται με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και τις αντίστοιχες βιβλιογραφικές πηγές στο νέο μου βιβλίο «Η αποτυχημένη εκστρατεία του Δερβίς πασά στην Ανατολική Ρούμελη / Οι μάχες Άμπλιανης, Πανάσσαρης και Σουβάλας 200 χρόνια μετά» και που θα παρουσιασθεί προσεχώς στη γενέτειρά μου Πολύδροσο. 

Οι ενδιαφερόμενοι βέβαια φιλίστορες μπορούν να το προμηθευτούν:

Τηλεφωνικά στο 6989847775, στο hliasthanos2001@gmail.com ή στο Facebook Ηλίας Χρ. Θάνος. Προσεχώς η παρουσίαση όπου σας περιμένω όλους!

Εικόνα 2: Εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου του Ηλία Χρ. Θάνου

 

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Ασήμω Λιδωρίκη-Γκούρα: Μελέτη μέσα από σπάνιες πηγές - Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος

 

Εκδήλωση με θέμα: «Ασήμω Λιδωρίκη – Γκούρα: Η Καπετάνισσα Νταλιάνα της Ακρόπολης» – Σύλλογος των Αθηναίων (syllogostonathinaion.gr)


Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής-Συγγραφέας-Αρθρογράφος,

Ελάχιστα μας είναι γνωστά για τη ζωή της Ασήμως Λιδωρίκη. Φαίνεται πως γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα καθώς όταν κηρύχτηκε η Μεγάλη Επανάσταση ήταν περίπου 16-18 ετών. Ήταν κόρη του Αναγνώστη Λιδωρίκη, ενός μεγαλοκτηματία από το Λιδωρίκη. Η Ασήμω είχε άλλα πέντε αδέρφια: τον Αναστάση, τον Παναγιώτη, τη Μαρία γυναίκα του Γιώργου Κάρμα, τη Λένη γυναίκα του Στάθη Κατσικογιάννη και την Τασούλα Κρανακίδη. Η Ασήμω παντρεύτηκε τον Γιάννη Γκούρα ύστερα από συνοικέσιο που της έκανε ο πατέρας της Αναγνώστης με τον ανερχόμενο-φιλόδοξο φρούραρχο της Αθήνας. Αμέσως, εγκαταστάθηκαν στο Ερεχθείο το οποίο είχαν μετατρέψει σε οικία του φρουράρχου. Η Ασήμω ήταν ιδιαίτερα τολμηρή, γενναία και φιλόπατρις και έτσι ακολουθούσε τον άντρα της στις μάχες. Να σημειωθεί ότι δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά με τον Γκούρα και γι’ αυτό είχαν τα ανίψια τους σαν παιδιά τους.

Όταν πέθανε ο Γκούρας, ανέλαβε αυτή φρούραρχος της Ακρόπολης. Από τα χαρίσματα που την είχε προικίσει η φύση έτρεχε παντού να δίνει βοήθεια και να ενθαρρύνει τους στρατιώτες της. Μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες παρείχαν φροντίδα στους τραυματίες. Όταν έφτασε ο Κριεζιώτης στην Ακρόπολη δεν υπήρχε λόγος να κρατά αυτή την αρχηγία και έτσι την ανέλαβε ο Κριεζιώτης. Η Γκούραινα δεν εγκατέλειψε, ωστόσο, την Ακρόπολη και παρέμεινε στο Ερεχθείο, με την οικογένειά της και την σέβονταν όλοι οι έγκλειστοι. Για την σχέση του Κριεζιώτη με την Ασήμω θα δούμε παρακάτω. Η Ασήμω πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1827. Ο θάνατός της στεναχώρησε όλους τους στρατιώτες.

Ο γάμος του Γιάννη Γκούρα με την Ασήμω Λιδωρίκη

Ο Γιάννης Γκούρας παντρεύτηκε με την Ασήμω Λιδωρίκη στις 16 (ή 23) Φεβρουαρίου 1823. Η στέψη έγινε στην εκκλησία του Αϊ-Γιώργη στο Θησείο που εκείνη την εποχή ήταν χριστιανική εκκλησία. Κουμπάρος ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Μέσα σε μια μεγαλειώδη τελετή, πάνω από 300 αρματωμένοι, είχαν σχηματίσει έναν κύκλο και μέσα εκεί ήταν ο Επίσκοπος με τους συνοδούς του, οι πρόξενοι, οι προεστοί και οι οικογένειες των δύο νεόνυμφων. Όταν έφτασε η νύφη, με την συνοδεία πολλών γυναικών (βλέπεις κρατούσε από αρχοντικό σόι), μπήκε μέσα στον δακτύλιο και ξεκίνησε η τελετουργία. Όταν ακούστηκε το νυμφεύεται από τον Δεσπότη και πέρασαν τα στέφανα, 23 κανονιές ξεκίνησαν από την Ακρόπολη και όλοι μαζί οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να ρίχνουν τουφεκιές στον αέρα. Όταν τελείωσε το μυστήριο, όλοι μαζί κίνησαν για το σπίτι του γαμπρού. Νεόνυμφοι, Δεσπότης, συγγενείς, αρματωμένοι και φυσικά τα προικιά της νύφης. Δυο φορές πάλι τουφέκισαν οι 300 της συνοδείας τους. Αμέσως, στρώθηκε βασιλικό γεύμα με αρνιά, κρασιά, ψωμιά και ρύζι. Ακόμη, μοιράστηκε στους φτωχούς σιτάρι. Το βράδυ τρείς κανονιές αντήχησαν και πυροτεχνήματα έλαμψαν τον Αττικό ουρανό. Λέγεται ότι ο χορός κράτησε τρείς μέρες. Την τρίτη έγινε πάλι τραπέζι με τις γυναίκες να τρώνε χωριστά, κατά τα παλιά έθιμα. Να πως μας περιγράφει ο Γκόρντον τη γιορτινή διάθεση των παρευρισκόμενων στον γάμο: «Στις 16 Φεβρουαρίου, ο φρούραρχος της Ακρόπολης, καπετάν-Γκούρας, γιόρτασε τον γάμο του με μια κόρη επιφανούς οικογενείας από το Λιδωρίκι και ολόκληρη η πόλη συμμετείχε στο γλέντι. Με τη συνήθη απερισκεψία των Ελλήνων, μεγάλη ποσότητα πολύτιμου μπαρουτιού σπαταλήθηκε σε κανονιοβολισμούς και πυροβολισμούς και εκτός από το υπέροχο δείπνο που παρατέθηκε στους πλουσίους, στους στρατιώτες μοιράστηκε κρασί, ψωμί και ρύζι, ενώ στη φτωχολογιά σιτάρι».1 Οι νεόνυμφοι εγκαταστάθηκαν στο Ερεχθείο.

Η Ασήμω, η Γκούραινα αλλιώς, εκτός από τη φυσική ομορφιά που την είχε προικίσει η φύση ήταν και λεβεντογυναίκα. Ακολουθούσε τον Γκούρα με τα κουμπούρια της στις μάχες και μάλιστα κλείστηκε μαζί του στην Ακρόπολη. Να πως μας την περιγράφει ο Αντόν Πρόκες φον Όστεν, πρώτος πρέσβης της Αυστρίας στην Ελλάδα κατά τα έτη 1833-1849: «Η γυναίκα του Γκούρα, κόρη ενός προκρίτου απ’ το Μενίδι2, αισθανόταν σαν πριγκίπισσα. Νέα, όμορφη, στολισμένη και ντυμένη πάντοτε πλούσια, προκαλούσε το ενδιαφέρον με τους χαριτωμένους της τρόπους. Δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι της χωρίς να την ακολουθεί ένα πλήθος από κοπέλες που την υπηρετούσαν, ενώ όλοι οι στρατιώτες έκαναν υπόκλιση μπροστά της. Ο Μαμούρης φαινόταν μόνο σαν να ήταν καστελάνος της, η ίδια όμως έδειχνε αφέντισσα και πυργοδέσποινα. Την συστήθηκα την πρώτη φορά που ήμουν στην Αθήνα, τον Μάιο του 1825, διά μέσου του δόκτορα Βιτάλη, που ήταν ο γιατρός της οικογένειας και της συνείδησής της. Την έβλεπα τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο τού ίδιου χρόνου συχνά, ζήτησα την προστασία της και αισθανόμουν έτσι μια χαρά. Ήταν τέλη Αυγούστου που είχε γυρίσει ο Γκούρας από τις μάχες. Η είσοδός του στην Αθήνα θύμιζε την επιστροφή ενός πρίγκιπα στον πύργο του...Το 1826 συγκέντρωσε ο Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς τα στρατεύματά του μπροστά από την Ακρόπολη και άρχισε την πολιορκία. Ο Γκούρας αμύνθηκε καλά αλλά, τον Δεκέμβρη3, τον πέτυχε τη νύχτα μια σφαίρα τουφεκιού στον προμαχώνα, μπρος από τα προπύλαια, και τον σκότωσε. Η γυναίκα του φέρθηκε σαν ηρωίδα σ’ αυτή την υπόθεση και γενικά είναι ο ωραιότερος γυναικείος χαρακτήρας που έχει να παρουσιάσει η ελληνική επανάσταση. Έδινε θάρρος στους άντρες της Ακρόπολης, που την αναγνώρισαν κι αυτοί σαν καπετάνισσα...»4 Σε άλλο σημείο πάλι λέει ο ίδιος: «Στην Ακρόπολη ήταν σαν πριγκίπισσα. Διατηρούσε αυλή. Ήταν νέα και χαριτωμένη. Στα μάτια της έλαμπε η αυτοπεποίθηση. Συχνά φερόταν σαν παιδί ντροπαλό κι αμίλητο. Ήταν πάντοτε πλούσια ντυμένη με φορεσιά αλβανική. Τη συντρόφευε μια συγγένισσά της, η Ρούσση. Το νοικοκυριό της σ’ ένα υπνοδωμάτιο. Όλες οι υπηρέτριές της ήταν όμορφες και ήξεραν να φερθούν. Το έθιμο ήταν να κερνούν τον ξένο, που θέλουν να τιμήσουν με γλυκό του κουταλιού ή μαστίχα κι ένα ποτήρι νερό. Ύστερα προσφέρουν καφέ και τσιμπούκι. Αυτά τα φρόντιζε η ίδια η Ασήμω. Φαινόταν πολύ αφοσιωμένη στον άντρα της και υπερήφανη γι’ αυτόν. Είναι θερμή σαν την πνοή της ανοίξεως σ’ αυτήν την ωραία χώρα. Είναι θαρραλέα γυναίκα και τολμηρή στην ιππασία...»5 Να προσθέσουμε ότι ήταν βέβαια και ιδιαίτερα μοχθηρή και φιλοχρήματη. Λέγεται πως συχνά επηρέαζε τον Γκούρα και ιδιαιτέρως έναντι του Ανδρούτσου. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο Ανδρούτσος στα τέλη του 1823 έφερε τη γυναίκα του, την Ελένη Χρήστου Καρέλη και την μάνα του στο κάστρο της Ακρόπολης γεννήθηκε μια μεγάλη αντιζηλία μεταξύ των γυναικών. Συγκεκριμένα, η μάνα Ανδρούτσαινα έλεγε πως: «την γυναίκα του υπηρέτου μου δεν ημπορώ να έχω όμοιάν μου» και η γυναίκα του Οδυσσέα δεν ανεχόταν να έχει την πρωτοκαθεδρία η Γκούραινα. Από την άλλη, η Γκούραινα, που καταγόταν από αρχοντικό σόι δεν υπέφερε τα λόγια της Ανδρούτσαινας. Έτσι, η έχθρα μεταξύ των γυναικών μεγάλωνε και επηρέαζε και τις σχέσεις Γκούρα-Ανδρούτσου.

Ο θάνατος του Γκούρα

Μόλις έπεσε το σκοτάδι της νύχτας της 30ης Σεπτεμβρίου 1826, άναψε πάλι ο πόλεμος στο φρούριο. Ο Γκούρας, κατά τα μεσάνυχτα, πάει να δει τι γίνεται επειδή φοβόταν μην το σκάσουν οι σύντροφοί του. Κατηφορίζει ως τον «Σερπετζέ», ένα μικρό τείχος κτισμένο από τους Τούρκους ανάμεσα στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού και το θέατρο του Διονύσου. Οι Τουρκαλβανοί έριχναν συνεχώς από τον λόφο του Φιλοπάππου. Ο Γκούρας φτάνει σ’ ένα ταμπούρι και για να εμψυχώσει τα παλληκάρια του παίρνει και ο ίδιος μέρος στον πόλεμο. Κάποια στιγμή με το αλβανικό του όπλο ετοιμάζεται να πυροβολήσει, αλλά η πυρίτιδα ναι μεν πυροδοτήθηκε δεν διέδωσε όμως την «φωτιά» σε όλο το όπλο. Έτσι, ο Γκούρας σκύβει να βάλει καινούργια πυρίτιδα και τότε βρίσκεται το κεφάλι του στο άνοιγμα της πολεμίστρας. Από απέναντι φαίνεται πως βρέθηκε ένας καλός σκοπευτής ο οποίος σημάδεψε την λάμψη της πυρίτιδας του Γκούρα και μ’ αυτόν τον τρόπο τον πετυχαίνει μια σφαίρα στο δεξί μηλίγγι και πέφτει κάτω νεκρός.

Μια άλλη παράδοση, σύμφωνα με τον Βιτάλη την οποία διαψεύδει ο Βλαχογιάννης, λέει ότι είχε στηθεί μεγάλο γλέντι από τους άνδρες του Γκούρα την 30η Σεπτεμβρίου 1826, το βράδυ, γιατί σε μια έξοδο που είχαν κάνει πίστεψαν ότι ο εχθρός σκόρπισε. Ο Γκούρας πήρε μέρος στο φαγοπότι. Κάποια στιγμή είδε φως σε ένα εχθρικό ταμπούρι στην μεριά του Φιλοπάππου και ζήτησε να του δώσουν ένα ντουφέκι. Πυροβολώντας μία φορά διαπίστωσε ότι το όπλο πήρε φωτιά μόνο από έξω και δεν έστειλε το βόλι. Όταν πυροβόλησε και δεύτερη φορά, οι εχθροί από απέναντι πρόσεξαν τους δύο απανωτούς πυροβολισμούς και πυροβόλησαν και αυτοί δύο φορές κατά εκείνο το μέρος που φάνηκαν οι αρχικοί πυροβολισμοί. Έτσι, δύο βόλια πήραν τον Γκούρα στο κεφάλι και πέθανε ακαριαίως. 

Όπως και να έχει ο Γκούρας ήταν νεκρός και οι στρατιώτες του τον τύλιξαν με μια κάπα και τον πήγαν στο Ερεχθείο. Την επόμενη ημέρα ανοίξανε έναν λάκκο μπροστά στον Παρθενώνα και εκεί τον έθαψαν. Η γυναίκα του η Ασήμω, σύμφωνα με την παράδοση είπε, τότε: «Τι τόνε κλαίτε; Λησμονάτε πόσα φαρμάκια τον εποτίσατε. Σεις σταθήκατε οι αίτιοι που σκοτώθηκε όπως γύριζε τις νύχτες μην τυχόν και φύγετε. Αν στ’ αλήθεια μετανιώσατε, ν’ αλλάξετε φέρσιμο και να καθίσετε να φυλάξετε το κάστρο. Αυτό μονάχα μας έμεινε στην Ρούμελη. Ο άντρας μου σκοτώθηκε, μα εγώ θα πάρω τ’ άρματά του και θα μπω στον τόπο του να πολεμήσω. Ορκιστείτε στο εικόνισμα που είναι στο στήθος του σκοτωμένου». Πήρε τότε το σπαθί του Γκούρα και στρέφοντάς το στην εικόνα του Χριστού, μαζί με το ιερό Ευαγγέλιο που κρατούσε, τους προσκάλεσε όλους να δείξουν πειθαρχία. Από εκεί και μετά όλοι σέβονταν σαν αρχηγό τους την Γκούραινα.

Η προφητεία του Γκούρα

Ο Γκούρας σκοτώθηκε την νύχτα της 30ης Σεπτεμβρίου προς 1η Οκτωβρίου 1826. Λίγες μέρες πριν είχε πει στην γυναίκα του: «Αν πεθάνω, κοίτα να φυλάξεις την τιμή μου, και τότε ο Θεός θα σε σώσει. Σου εύχομαι να απολαύσεις όλα αυτά που σου αφήνω με τη διαθήκη μου. Αν όμως φανείς άπιστη και με ξεχάσεις γρήγορα, ο Θεός θα σε στείλει αμέσως κοντά μου».

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε το εξής περιστατικό που ιστορείται με πρωταγωνιστή τον Καραϊσκάκη και τον Νίκο Κριεζιώτη και φημολογείται ότι ο Καραϊσκάκης εκμεταλλεύθηκε σαν δόλωμα την Ασήμω και τα χρήματα που άφησε ο Γκούρας, για να καταφέρει τον Κριεζιώτη να πάει στην πολιορκημένη Ακρόπολη και να εντείνει την άμυνα της: Έτσι, λοιπόν, όταν έμαθε ο Καραϊσκάκης ότι πέθανε ο Γκούρας μαζεύει όλους τους στρατιώτες του και λέει: «Το κάστρο της Αθήνας κινδυνεύει. Αν πέσει και αυτό οι Τούρκοι θα έχουν δικιά τους όλη την Ρούμελη. Μονάχα από μας ελπίζει η σωτηρία του. Θα είναι ντροπή να το αφήσουμε να χαθεί. Σκέφτομαι ότι πρέπει να πάει κάποιος που έχει δικό του απόσπασμα. Δύο βλέπω πως θα τα καταφέρουν. Εγώ ή ο καπετάν Νίκος Κριεζιώτης. Και είναι πιο καλός ο Νίκος, γιατί γνωρίζει τον τόπο και τους ανθρώπους του»

Ο Κριεζιώτης του αποκρίνεται ότι: «εγώ αρμόζει να πάω καθώς αν χαθώ εγώ μικρό το κακό, ενώ αν χαθείς εσύ εξαφανίζεται η Επανάσταση.»

Ενθουσιάζεται τότε ο Καραϊσκάκης, τον βαράει στον ώμο και πιάνει τα καλαμπούρια (ή αν αναλογιστούμε την συνέχεια μπορούμε να πούμε πως μίλησαν τα προφητικά λόγια της εμπειρίας): «Αδελφέ, εσύ επιβάλλεται να πας, διότι εισερχόμενος στην Ακρόπολη θα πάρεις για γυναίκα σου την νταλιάνα (*) του Γκούρα και το βιός του. Αν πάω εγώ, σκιάζομαι ότι δεν θα με θέλει εμένα τον καχεκτικό και θα αρπάξει κανέναν άλλον παλληκαρά. Εσένα, όμως, που είσαι νέος και νταβραντισμένος, θα σε λιγουρευτεί (και του κλείνει το μάτι). Άιντε, ορέ λιοντάρι μου, πήγαινε και θα τα καταφέρεις».

Δεν πέρασαν δεκατρείς μέρες από τον θάνατο του Γκούρα και η Ασήμω Γκούραινα αρραβωνιάστηκε με τον Νίκο Κριεζιώτη. Βέβαια για να είμαστε απολύτως έγκυροι ιστορικά η ιστοριογράφος Μάντυ Δ. Δασκαλοπούλου στηριζόμενη προφανώς στα γραφόμενα της άλλης ιστοριογράφου Σωτηρίας Αλιμπέρτη λέει ότι ο Σουρμελής γράφει πως ο Αναγνώστης Λιδωρίκης γύρεψε να συνάψει καινούργιο συνοικέσιο της αδερφής του με τον Κριεζιώτη. Η Γκούραινα συναίνεσε και την κακολογεί ότι πάει για καινούργιο γάμο όταν δεν έχουν παρέλθει ούτε τρείς μήνες από τον χαμό του Γκούρα. Τα αυτά επιβεβαιώνει και ο Κυριάκος Σκιαθάς (και εγώ), δηλαδή ότι ο Σουρμελής υποστηρίζει πως η Ασήμω αρραβωνιάστηκε τον Κριεζιώτη. Συμπληρώνει δε πως ο Καραϊσκάκης έστειλε τον Κριεζιώτη μέσα στην Ακρόπολη επειδή ήξερε το ενδιαφέρον του για την Γκούραινα. Ακόμη, ο Σκιαθάς στηριζόμενος στον Γιάννη Βλαχογιάννη επικυρώνει ότι η ενέργεια αυτή του Καραϊσκάκη ήταν «δόλωμα» προς τον Κριεζιώτη. Ωστόσο, ο Χ. Βυζάντιος, που πολέμησε με τον τακτικό στρατό στην Ακρόπολη, λέει ότι είναι ψέμα πως η Ασήμω πήγαινε για άλλο γάμο και ότι ο Σουρμελής είχε συκοφαντήσει όλους τους Αθηναίους. Τέλος, προσθέτει ότι δεν αποκλείεται ο αδερφός της Γκούραινας να προχώρησε στο συνοικέσιο με τον Κριεζιώτη χωρίς να την ρωτήσει. Αξίζει να προσθέσουμε βέβαια ότι και άλλοι ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι η Γκούραινα αρραβωνιάστηκε με τον Κριεζιώτη, ανεπίσημα.

[Σχόλιο: Αλλά μπορεί και αυτοί να αναπαράγουν το ψέμα που υποστήριξε ο Σουρμελής. Έτσι, δυστυχώς, συμβαίνει στην ιστοριογραφία. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει μερικά καρκινώματα τα οποία με παντελή έλλειψη ιστορικής ευθύνης υποστηρίζουν ανυπόστατα ψέματα τα οποία δεν συνάδουν με την ιστορική αλήθεια. Δυστυχώς αυτά τους τα ψέματα μετά αναπαράγονται. Προσωπικά, αν και θεωρώ ότι οι προσωπικές γνώμες δεν συνάδουν με την σοβαρή ιστοριογραφική έρευνα, δεν πιστεύω τυφλά τα λεγόμενα του Σουρμελή. Ο «ιστοριογράφος» αυτός αν και μαρτυρείται πως ήταν αυτόπτης μάρτυρας προσώπων και γεγονότων - άρα πιστεύουμε, με μια πρώτη σκέψη, ότι τα λεγόμενά του είναι έγκυρα – είναι αδιάψευστο ότι «έφτιαξε» την ιστορία όπως τον βόλευε. Ή πιο σωστά όπως θα βόλευε κάποιους γνωστούς - άγνωστους κυβερνώντες. Αυτό δεν το γράφω ελαφρά τη καρδία. Το σκέφτηκα πάρα πολύ πριν καταλήξω ότι θέλω να το γράψω. Θα παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από τα λεγόμενα ενός εκ των σημαντικότερων στρατηγών της Ελληνικής Επανάστασης. Έτσι, λοιπόν, λέει ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του (Βιβλίο 3ο, Κεφάλαιο 4ο): «…Βάνει κι’ ο Κωλέτης τον Σουρμελή, στενόν φίλον του Γκούρα και της φατρίας τους, και φκειάνει ’στορίαν και κατηγοράγει ασυστόλως τον Δυσσέα, τον οχτρό του Κωλέτη, κ’ εγκωμιάζει πολύ τον Γκούρα και τους φίλους του. Με τέτοια αρετή γένεται ’στορία; Να μην του ειπής και τα καλά του και τα κακά του κάθε ενού, αλλά παθητικώς; Ρωτάτε πότε ήρθε αυτός από την Κωσταντινόπολη, ποιους είχε φατρία, τι διαγωγή έχει δείξη. Εις του κάστρου της πολιορκίες, αν οι φίλοι του έκαμαν ένα, το κάνει πενήντα·…»6 Το γεγονός ότι ο Σουρμελής κατηγορεί σε πολλά τον Ανδρούτσο επιβεβαιώνεται από πολλούς ιστορικούς.]

Όλα τα ανωτέρω βέβαια δεν αναιρούν ότι λίγους μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα την νύχτα της 12ης (ή 27ης) Ιανουαρίου 1827, στις δύο τη νύχτα, από τα βλήματα των κανονιών γκρεμίστηκαν δύο κολώνες του Ερεχθείου. Στην σκεπή υπήρχε πολύ χώμα για να προφυλάσσεται το οίκημα από τις μπάλες των κανονιών. Τότε έπεσε η οροφή. Μέσα βρισκόταν η Ασήμω με πολλές άλλες ψυχές: η Ασήμω, η αδερφή της Μαρία, γυναίκα του αγωνιστή Γιώργου Κάρμα, τα τέσσερα κορίτσια της Μαρίας και ο γιός της Θανάσης, ο ψυχογιός του Γκούρα Λεονάρδος, μια ανιψιά του Γκούρα Αντωνέλλα, δύο άλλα ανίψια του και μια Τουρκάλα δουλεύτρα. Επίσης, η γυναίκα του Αντρέα Ζαγκανά και μια Αράπισσα πρόλαβαν να φύγουν από ένα παράθυρο. Ακόμη, σώθηκε ο Θανάσης Κάρμας, ο υπηρέτης της Γκούραινας Καπνόριζας, και ένα παιδί που είδαν το κεφάλι του και το έβγαλαν. Οι υπόλοιποι πέθαναν. Με τον χαλασμό που προκλήθηκε κατέρρευσε η στέγη και τους πλάκωσε. Ο θάνατος τους βρήκε στον ύπνο. Δεν τους πλάκωσε κανένα μάρμαρο της σκεπής, μα το πολύ χώμα που βρισκόταν στην οροφή και έτσι έπαθαν ασφυξία. Λέγεται πως αν τους ξεθάβανε αμέσως θα τους έσωζαν. Το σώμα της Ασήμως, όταν το βρήκαν, ήταν ακόμη ζεστό και είχε ιδρώσει γιατί ήταν σκεπασμένη με την κουβέρτα. Αναφέρεται, από τον Κάρμα σύμφωνα με τον Γ. Βλαχογιάννη, πως στον θάνατό τους φταίει ο Μαμούρης (**) καθώς περικύκλωσε το Ερεχθείο με τους πολεμιστές του και δεν άφησε να σκάψουν το βράδυ για να τους βγάλουν παρά μόνο αργά το επόμενο πρωί. Το σπίτι ήταν γεμάτο θησαυρούς και αυτός ήταν ο κληρονόμος. Φοβόταν μήπως κάποιος κλέψει τους θησαυρούς [με όποιον δάσκαλο καθίσεις…].  Όταν πέθανε και η Γκούραινα, ο ανιψιός της Ασήμως, Θανάσης Κάρμας, σώθηκε από την κατεδάφιση του Ερεχθείου και όταν συνήλθε αναζήτησε την δεύτερη διαθήκη του Γκούρα, που σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τον έκανε μοναδικό κληρονόμο. Επίσης, έγραφε μέσα τους θησαυρούς του Γκούρα και τα μέρη που τους έχει κρύψει. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κάρμας την φύλαγε μέσα σε μια παλάσκα και μ’ αυτήν κοιμόταν πάντα. Ο Σουρμελής ρίχνει τις ευθύνες για την εξαφάνισή της στον Αναγνώστη Λιδωρίκη. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, όμως, στηριζόμενος στις μαρτυρίες που άφησε ο ίδιος ο Κάρμας, λέει πως την διαθήκη την πήγαν στο σπίτι του Μαμούρη και την πήρε αυτός. Άλλη πάντως διαθήκη δεν βρέθηκε και από τότε ξεκίνησε ένας δικαστικός αγώνας γιατί ο Λιδωρίκης ήθελε να «προσβάλει» την διαθήκη για να λάβει το μερτικό της αδερφής του και ο Κάρμας να την ακυρώσει εντελώς. Επίσης, έγινε δίκη εναντίον του Μαμούρη από άλλους συγγενείς και κληρονόμους του Γκούρα. Πάντως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για να γυρίσουμε στην Γκούραινα, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν αληθεύει ο αρραβώνας με τον Κριεζιώτη πως επαληθεύτηκε η «προφητεία» του Γκούρα που της είχε πει λίγες μέρες νωρίτερα.

Υποσημειώσεις:

(*) Το Νταλλιάνα βγαίνει από το νταλλιάνι που ήταν ένα μακρύ και στενό ντουφέκι, ιταλικής προέλευσης, εκείνης της εποχής. Η Ασήμω ήταν μια ψηλή και όμορφη γυναίκα και έτσι ο Καραϊσκάκης (ή ο Πανουργιάς) της κόλλησε αυτό το παρατσούκλι. Μάλιστα, της έγραψαν και τραγούδι:

«Νταλλιάνι είναι στον πόλεμο,

κι αρσίκι στο σημάδι

και καριοφύλι στη βροντή

σαν άξιο παλικάρι…»

(**) Ο Ιωάννης Μαμούρης ήταν πρώτος ξάδερφος του Γκούρα και τον ακολουθούσε σχεδόν σε όλες τις μάχες. Όταν ο Γκούρας έγινε φρούραρχος, τον έκανε υποφρούραρχο και μάλιστα όταν ο Γκούρας έφυγε για να καταδιώξει τον Ανδρούτσο, τον άφησε στο πόδι του. Ήταν και αυτός ένας μικρός τύραννος. Ο Μαμούρης ήταν αυτός που σκότωσε τον Ανδρούτσο, κατόπιν εντολής του Γκούρα. Ήταν σαν να λέμε ο αντικαταστάτης του. Όταν πέθανε ο Γκούρας είχε αφήσει διαθήκη με την οποία τον καθιστούσε κληρονόμο του με την υποχρέωση να λέγεται Ιωάννης του Γκούρα. Έτσι υπογράφει σε πολλές επιστολές της μετά την Επανάσταση εποχής.

Παραπομπές:

1) Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήνα, Εκδόσεις Αρχιπέλαγος, 2010, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κατσώνη, Τόμος 2, ISBN: 978-960-7911-76-6, σ. 9

2) Δεν ισχύει αυτό. Πολλές φορές οι ξένοι σφάλουν σε ημερομηνίες αλλά και τόπους.

3)  Δεν ισχύει αυτό. Πολλές φορές οι ξένοι σφάλουν σε ημερομηνίες αλλά και τόπους.

4) Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ‘21 / συμβολή στην έρευνα, Αθήνα, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021, ISBN: 978-618-5333-83-6, σ.σ. 173-174

5) Σούλα Ροδοπούλου, Οι άσημες και οι ταπεινές του 21, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2012, ISBN: 978-960-289-125-4, σ. 27

6) Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη/Γ4 - Βικιθήκη (wikisource.org) (https://el.wikisource.org/wiki/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7/%CE%934)

Βιβλιογραφία-Πηγές:

1) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Α’, ISBN ΤΟΜΟΥ Α΄: 978-618-5519-24-7, Λήμμα: «Γκούρας Ιωάννης», σ.σ. 393-397

2) Γιάννης Γρυντάκης-Γιώργος Δάλκος-Άγγελος Χόρτης-Έκτορας Χόρτης, Όσα δεν γνωρίζατε για την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2016, ISBN: 978-618-03-0651-4, σ.σ. 162-164

3) Γιάννης Β. Παπαναστασίου, Εύθυμα και σοβαρά των πρωταγωνιστών του 1821, Αθήνα, Εκδόσεις Σαΐτης, 2021, ISBN: 978-960-487-438-5, σ.σ. 65-68

4) Μάντυ Δ. Δασκαλοπούλου, Γυναίκες της Φωκίδας στην Επανάσταση του 1821, Άμφισσα, Σύλλογος γυναικών Φωκίδας, 2020, σ.σ. 43-48

5) Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821, Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε., 2018, Τρίτη έκδοση, Τόμος Τρίτος, ISBN: 978-960-208-873-9, σ.σ. 442-444

6) Έλενα Νταβλαμάνου-Αθανασία Ελευθερούλη, Ηρωϊκά πρόσωπα της Ελληνικής Ιστορίας-Αγωνίστριες του 1821, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Γράφημα, 2021, Τόμος Α’, ISBN: 978-618-5494-38-4, σ.σ. 56-58

7) Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, Αι ηρωΐδες της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1933, σ.σ. 425-460

8) Η συμμετοχή των γυναικών στην Επανάσταση του 1821 - Μέλαθρον Οικουμενικού Ελληνισμού (gnl.gr) (https://gnl.gr/2021/04/i-symmetochi-ton-gynaikon-stin-epanastasi-toy-1821/)

9) Γιάννης Γρυντάκης-Γιώργος Δάλκος-Άγγελος Χόρτης-Έκτορας Χόρτης, Σαν σήμερα στην Επανάσταση του 1821, Μεταίχμιο, 2020, ISBN: 978-618-03-2518-8, σ. 27 και σ. 313

10) Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία ανέκδοτα-γνωμικά-περίεργα-αστεία εκ του βίου διασήμων Ελλήνων 1820-1864, Αθήναι, Πατριωτική χορηγία Εμ. Α. Μπενάκη, 1927, σ. 164

11) Κυριάκος Σκιαθάς, Τα ερωτικά του ‘21, εκδόσεις διαπολιτισμός, 2019, για αυτή την έκδοση, Τα Νέα / ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ Α.Ε., Ειδική έκδοση για την εφημερίδα Τα νέα, 2022, Τόμος πρώτος, ISBN: 978-618-200-118-9, σ.σ. 165-176

12) Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος, «Ασήμω Γκούραινα – Η Ελληνίδα Φρούραρχος της Ακρόπολης Αθηνών», στο Σελίδες απ’ τη Φωκίδα, Εταιρεία Φωκικών Μελετών, Τεύχος 148, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2013, Κωδικός Εντύπου: 073730, ISSN: 1105-6215, σ.σ. 16 / 7516 – 19 / 7519

13) Μία σταγόνα ιστορία: Η διαθήκη του Γκούρα (newsit.gr) (https://www.newsit.gr/mia-stagona-istoria/i-diathiki-tou-gkoura/2947961/)

14) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Α’, ISBN ΤΟΜΟΥ Α΄: 978-618-5519-24-7, Λήμμα: «Γκούραινα», Σελ. 391-393

15) Χρήστος Βυζάντιος, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833, Εν Αθήναις, 1901, Έκδοσις Τρίτη, σ.σ. 173-174 και σ. 197

16) Χρήστος Ι. Βλασσόπουλος, Ημερολόγιον του Αγώνος, Αθήναι, Εκδοτικός οίκος Δημητράκου Α.Ε., 1930, σ. 279 και σ. 287

17) Μεταπτυχιακή εργασία: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Τομέας: Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής και Παγκόσμιας Ιστορίας, Θέμα: Οδυσσέας Ανδρούτσος, Ονοματεπώνυμο μεταπτυχιακής φοιτήτριας: Μενελαΐδου Τατιάνα, Ημερομηνία: 2013, Επιβλέπων καθηγητής: Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ημερομηνία Έγκρισης: 3-7-2013, σ. 71

18) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Γ’, ISBN ΤΟΜΟΥ Γ΄: 978-618-5519-26-1, Λήμμα: «Μαμούρης Ιωάννης», Σελ. 269-271

19) Αντώνιος Γεωργαντάς, «Βίος Ιωάννου Γκούρα», στο Παρνασσός, Εν Αθήναις, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, Εκ του τυπογραφείου Παρνασσού, Τόμος ΣΤ΄, 1882, σ.σ. 570-581 

20) Γιαν. Επαχτίτης, «Ιστορικοί γύροι – Ο Γκούρας και η Γκούραινα», στο Εφημερίς των κυριών, Αθήναι, Διευθύντρια: Καλλιρρόη Παρρέν, Περίοδος Β’, Έτος 24ον, 1 Ιουλίου 1910, σ.σ. 1254-1256

21) Τάκης Λάππας, Του Γιάννη Γκούρα η διαθήκη, στο Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο 1968-1969-1970, σ.σ. 25-29

22) Διονύσιος Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας Αγώνα αρχομένη από της Επαναστάσεως μέχρι της αποκαταστάσεως των πραγμάτων, Διηρημένη μεν εις βιβλία τρία, Εν Αιγίνη, Εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, 1834, Βιβλίον Γ΄ Κεφάλαιον Ε΄ και Βιβλίον Γ΄ Κεφάλαιον Ζ΄, σ.σ. 168-169 και σ.σ. 188-189

23) Φωτίου Χρ. Σταυρίδη, 1821 Η απάντηση στην «τηλεόραση», Αθήνα, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννης Χρ. Γιαννάκενας, 2015, Α΄ Έκδοση, Δ΄ ΤΟΜΟΣ Από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου έως η Ελλάς ανεξάρτητο κράτος, ISBN: 978-960-522-399-1, σ. 61

24) Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορικά ανέκδοτα και αξιοπερίεργα επιφανών Ελλήνων, Εκδόσεις «γνώση», Ιανουάριος 2012, ISBN: 978-960-235-836-8, σ.σ. 321-313

25) Γιάννης Μ. Γρυντάκης, Ελλήνων επιφανών θάνατοι-Από το τραγικό στο παράδοξο (1453-1941), Εκδόσεις Σαββάλας, 2009, ISBN: 978-960-449-905-2, σ.σ. 197-198

26) Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη/Γ4 - Βικιθήκη (wikisource.org) (https://el.wikisource.org/wiki/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7/%CE%934)

27) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Δ’, ISBN ΤΟΜΟΥ Δ΄: 978-618-5519-27-8, Λήμμα: «Σουρμελής Διονύσιος», σ. 272

28) Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ‘21 / συμβολή στην έρευνα, Αθήνα, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021, ISBN: 978-618-5333-83-6, σ.σ. 169-175

29) Σούλα Ροδοπούλου, Οι άσημες και οι ταπεινές του 21, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2012, ISBN: 978-960-289-125-4, σ.σ. 23-27

30) Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήνα, Εκδόσεις Αρχιπέλαγος, 2010, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κατσώνη, Τόμος 2, ISBN: 978-960-7911-76-6, σ. 9

 

Σημείωση: Αποσπάσματα της παρούσης μελέτης έχουν δημοσιευτεί στο εγκυρότατο περιοδικό «Νέα Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2024» και στο ηλεκτρονικό περιοδικό MAXMAG.

 

Ιπποκράτης και μετεωρολογία

  Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής-Συγγραφέας-Αρθρογράφος Ο Ιπποκράτης εκτός από πατέρας της Ιατρικής, θεωρείται και θεμελιωτής της Κλιμα...