Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Χρονικό της δράσης του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα προεπαναστατικά και στην Επανάσταση του 1821

 



ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών


Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας ήρθε στον κόσμο γύρω στο 1778 στο κεφαλοχώρι της Φωκίδας, την Δεσφίνα. Ο πατέρας του ήταν ο παπά-Στάθης Παπαευσταθίου και μητέρα του η Αρχόντω, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ηλίας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ο νεαρός Ηλίας, είχε άλλα τέσσερα αδέρφια τα δύο εκ των οποίων έγιναν και αυτοί ρασοφόροι.

Καταρχάς, ο Ηλίας έμαθε τα πρώτα γράμματα στα Σάλωνα (Άμφισσα) από τον Καλόγερο-Δάσκαλο του Γένους Γεράσιμο Λύτσικα ύστερα από προτροπή του πατέρα του με σκοπό να ακολουθήσει το επάγγελμα του ιερέα. Το 1797 φεύγει και πηγαίνει στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου Δεσφίνας όπου θα διδαχτεί και άλλα γράμματα από τους δασκάλους του μοναστηριού. Μετά από ένα διάστημα σαν δόκιμος, έλαβε το μοναχικό σχήμα και μετονομάστηκε σε Ησαΐας. Διψώντας για περαιτέρω γνώση, ο Ησαΐας φεύγει και πηγαίνει στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά (σημερινής Βοιωτίας) όπου ήταν καλόγερος ο αδερφός του και ιερέας ένας θείος του. Εκεί, για λίγο, θα προσπαθήσει να τραβήξει ωσάν σφουγγάρι όση περισσότερη γνώση μπορούσε από το καλύτερο, τότε, σχολειό της Ρούμελης.

Εν τω μεταξύ, ένας δεσφινιώτικος μύθος λέει ότι ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων χρωστούσε την ζωή του στον πατέρα του Ησαΐα. Επομένως, είτε από επαλήθευση του μύθου είτε λόγω του ότι ο νεαρός Ησαΐας είχε ξεχωρίσει ανάμεσα στου υπόλοιπους καλόγερους, φεύγει από το μοναστήρι και πηγαίνει στα Γιάννενα. Εκεί, τίθεται υπό την προστασία του Αλή πασά και καταφέρνει να εισαχθεί στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων. Μετά από την φοίτησή του εκεί, το ανήσυχο για γνώση πνεύμα του Ησαΐα, ήθελε εξέλιξη. Συνεπώς, ο προστάτης του, Αλή Τεπελενλής πασάς, τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη για περαιτέρω σπουδές.

Στην Πόλη, ο Ησαΐας θα αποκτήσει γνωριμίες στο Πατριαρχείο και με τους Φαναριώτες. Χειροτονείται ιερέας και έρχεται σε μια πρώτη επαφή με τους Φιλικούς και την ιδέα της επανάστασης του ελληνικού γένους. Ιερέας τώρα πια ο Ησαΐας επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Δεσφίνα, και ο Αλή πασάς τον διορίζει διοικητή της περιοχής. Ταυτόχρονα με τα αξιώματά του ασχολείται με τα γράμματα και κάνει σημαντικές συμβολές στην γνώση της εποχής του.

Γεγονός αποτελεί ότι το 1818 ο Επίσκοπος Σαλώνων Ιωακείμ πεθαίνει αφήνοντας κενή την αρχιερατική του θέση. Ο τότε πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ γνωρίζοντας την προσωπικότητα του Ησαΐα αλλά και ύστερα από προτροπή του Αλή πασά διορίζει τον, περίπου σαραντάχρονο εκείνη την στιγμή, Ησαΐα στην θέση του Δεσπότη των Σαλώνων.

Ο Επίσκοπος, πλέον, Ησαΐας ήταν πνεύμα ανήσυχο. Επί των ημερών του έκανε τεράστιες αλλαγές στην Επισκοπή. Αρχικά μετέφερε την έδρα από το Χρισσό στα Σάλωνα όπου ίδρυσε και επισκοπείο. Στη συνέχεια ανακαίνισε το καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά (τότε ανήκε στην Επισκοπή Σαλώνων) και παραχώρησε τη μονή Παναγίας Σεγδίτσας στην μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας, σαν μετόχι της τελευταίας. Συγχρόνως στην δράση του συμπεριλαμβάνονται διάφορες λύσεις σε εκκλησιαστικά και πνευματικά ζητήματα της εποχής. Αναφέρεται ότι, ο Ησαΐας σαν Επίσκοπος, δεν έμενε λεπτό στην έδρα του αλλά όργωνε όλη τη Φωκική γη για να βοηθήσει τους αδυνάτους. Μοίραζε ότι είχε και δεν είχε στους ταλαιπωρημένους ραγιάδες. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να μην έχει ούτε δικά του άμφια και να χρησιμοποιεί αυτά του προκατόχου του για να ιερουργεί.

Αξίζει αναφοράς ότι, το έτος που ο Ησαΐας ανέβηκε στους βαθμούς της ιεροσύνης, ήταν και το έτος το οποίο μυήθηκε στο μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Έτσι, χρησιμοποιούσε τον εκκλησιαστικό βαθμό του για να ξεσηκώνει τους Έλληνες. Ο άμβωνας της εκκλησιάς έγινε πύρινο αναλόγιο στον βωμό της θυσίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι εκκλησιές της Επισκοπής του ήταν κέντρα κατηχήσεως στο μυστικό της αναγέννησης του γένους.

Είναι περιττό να τονιστεί ότι το ελληνικό χριστιανικό γένος είχε έναν αρχιερέα προστάτη και οργανωτή της επανάστασης. Ειδικότερα, ο οπλαρχηγός των Σαλώνων Πανουργιάς αποκαλούσε τον Ησαΐα «δεξί του χέρι». Είναι χρήσιμο να τονιστεί επίσης ότι ο Ησαΐας με προσωπικά του έξοδα αλλά και από δωρεές έφερνε όπλα από την Ευρώπη  και ετοίμαζε υλικά και πνευματικά το ποίμνιό του για τον αγώνα.

Στις αρχές του 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος καλεί τον Ησαΐα στην πόλη για να λάβει τις τελευταίες εντολές για την κήρυξη της επανάστασης. Για να μην κινήσουν υποψίες στους Οθωμανούς προφασίζονται κάποια προβλήματα του μοναστηριού του Οσίου Λουκά και έτσι ο Ησαΐας παίρνει μαζί του και τον ηγούμενο του μοναστηριού και τον αδερφό του Θεοδόσιο, που έτυχε τότε να είναι σύμβουλος του μοναστηριού. Στην Κωνσταντινούπολη δεν μένουν πολύ καιρό. Γυρνάνε πίσω στην Ρούμελη στις 11 Μαρτίου 1821 αφού αποβιβάστηκαν σ’ έναν αμπελώνα της μονής τους στην Αντίκυρα.

Έπειτα, ο Ησαΐας μεταβαίνει στον Όσιο Λουκά όπου τον περιμένει ο Θανάσης Διάκος. Γίνεται εσπερινός και μετά σύσκεψη των «κεφαλών» της μονής. Ο Ησαΐας στην σύσκεψη μεταφέρει τις εντολές από την Πόλη για την επανάσταση και δίνει τις τελευταίες οδηγίες. Τέλος, ορκίζει όλους τους αγωνιστές στο ευαγγέλιο.

Ύστερα, φεύγει για τα Σάλωνα. Εκεί τον περίμενε ο Γέρο-Πανουργιάς ο οποίος και αναλαμβάνει επικεφαλής των κινήσεων σε σύσκεψη που έγινε στο Αρχονταρίκι του Επισκόπου και έλαβαν μέρος όλοι οι προύχοντες των Σαλώνων. Έπειτα, μοιράζονται τα πολεμοφόδια. Ο Πανουργιάς επικοινωνεί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς των γύρω περιοχών για να συνεννοηθούν την σχεδόν ταυτόχρονη κήρυξη της επαναστατικής δράσης.

Μετά τις κινήσεις που ορίστηκαν στο συμβούλιο, ο Γέρο-Πανουργιάς «πιάνει» το μοναστήρι του Προφήτη Ηλίας Παρνασσίδος με το σώμα αγωνιστών του. Όλοι περιμένουν το σύνθημα. Στις 23 Μαρτίου ο Πανουργιάς πληροφορείται πως η Πάτρα, την προηγούμενη, είχε ξεσηκωθεί. Έτσι, αποφασίστηκε ο αγώνας άμεσα. Στις 24 (ή 25) Μαρτίου 1821, ο Δεσπότης των Σαλώνων Ησαΐας κάνει Δοξολογία και ορκίζει τους αγωνιστές και τους προεστούς.

Με άλλα λόγια, η επανάσταση είχε κηρυχθεί στην Φωκίδα. Αμέσως, ο Πανουργιάς στέλνει τον ανιψιό του Γιάννη Γκούρα στον Άγιο Γεώργιο, χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, για να συνεννοηθεί με τους εκεί κατοίκους και τους Γαλαξιδιώτες. Ο Παπαντριάς Κουκουβιστιανός και ο Θανάσης Μανίκας, γαμπρός και υποπλαρχηγός του Πανουργιά, κινούνται στα Βλαχοχώρια για να μαζέψουν αγωνιστές. Την 27η Μαρτίου 1821 ο Πανουργιάς με τους δικούς του επιτίθεται στα Σάλωνα. Ο Ησαΐας πηγαίνει την ίδια ημέρα στον Όσιο Λουκά όπου βρίσκει τον Διάκο και τον στρατό του.

Στον Όσιο Λουκά ο Ησαΐας ύστερα από σύσκεψη, βγήκε στο προαύλιο της μονής κρατώντας στο χέρι του μια πρόχειρη σημαία και φορώντας άπασα την αρχιερατική του στολή. Αφού όλοι μαζί ψάλανε το «Σώσον Κύριε τον λαόν σου» φίλησαν ένας-ένας το χέρι του Δεσπότη, ο οποίος τους ευλογούσε. Η Επανάσταση είχε κηρυχθεί σε Φωκίδα και Βοιωτία πλέον. Ο Δεσπότης Ησαΐας αφού μπήκε στο καθολικό της μονής άφησε την στολή του Επισκόπου και ενδύθηκε την φουστανέλα και σαν απλός στρατιώτης έφυγε για τα Σάλωνα όπου κατευθύνθηκε στον Προφήτη Ηλία για να συναντήσει τον Πανουργιά.

Στον Προφήτη Ηλία κάνουν μια μικρή δοξολογία και οι αγωνιστές αρχίζουν την πολιορκία των Σαλώνων. Ο Ησαΐας μένει στο μοναστήρι και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Μετά φεύγει και πάει στην Λειβαδιά. Εκεί, στις 31 Μαρτίου ο Διάκος καταλαμβάνει την ακρόπολη της πόλης. Τότε συστήνεται προσωρινή επαναστατική επιτροπή με μέλη τον Επίσκοπο Ησαΐα, τον Επίσκοπο Ταλαντίου Νεόφυτο και τον Μητροπολίτη Αθηνών Διονύσιο. Ημέρα επίσημης απελευθέρωσης της Λειβαδιάς ήταν η 1η Απριλίου 1821.

Μετά την ολιγοήμερη παραμονή του Ησαΐα στην πόλη της Λειβαδιάς, ο Δεσπότης επιστρέφει στα Σάλωνα. Στις 10 Απριλίου 1821 η πόλη των Σαλώνων απελευθερώνεται και από τα λάφυρα των Τούρκων εξοπλίζονται οι αγωνιστές. Αμέσως γίνεται στον Ναό των Αγίων Θεοδώρων αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, καίτοι η 10η Απριλίου ήταν ημέρα του Πάσχα.

Όλοι μαζί τότε οι αγωνιστές φεύγουν και πάνε στην πολιορκία της Υπάτης. Μαζί τους και ο Ησαΐας που ακολουθούσε το σώμα του Πανουργιά. Η πολιορκία της Υπάτης όμως δεν στέφεται από επιτυχία και τα σώματα των Πανουργιά, Δυοβουνιώτη και Διάκου, που έλαβαν μέρος, πάνε και στρατοπεδεύουν στους Κομποτάδες.

Αργότερα, ύστερα από σύσκεψη, αποφασίζεται οι Έλληνες να ανακόψουν την προέλαση των Οθωμανών στην γέφυρα της Αλαμάνας και την γύρω περιοχή. Ο Πανουργιάς με το σώμα του «πιάνει» την περιοχή γύρω από το χωριό Μουσταφάμπεη (σημερινή Ηράκλεια Φθιώτιδας). Ο ίδιος ο Πανουργιάς πιθανότατα ήταν στον ξεροπόταμο Ντούνο και στο μέρος της Χαλκωμάτας στα ριζά του όρους Καλλίδρομο. Ο Πανουργιάς έστειλε τον Παπαντριά Κουκουβιστιανό μαζί με τον Κομνά Τράκα μέσα στο χωριό. Ο Ησαΐας ακολουθούσε τον Πανουργιά στην Χαλκωμάτα. Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Ησαΐας μπορεί να μην ήξερε από πόλεμο όμως πρόσφερε κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Έδινε κουράγιο στους πολεμιστές όταν αυτοί έβλεπαν τον Δεσπότη τους πρώτο να ρίχνεται στην μάχη.

Την ώρα της μάχης οι εχθροί ανάγκασαν τον Δυοβουνιώτη να οπισθοχωρήσει. Το ίδιο και τους Σαλωνίτες του Πανουργιά. Ο Πανουργιάς αν και τελευταίος αναγκάστηκε και αυτός να υποχωρήσει επειδή λαβώθηκε. Ο Δεσπότης όμως Ησαΐας δεν άκουγε από λόγια. Φώναζε ότι «Ας πάει καθένας όπου θέλει. Εμένα εδώ με βάλανε, εδώ θα μείνω».

Ύστερα όμως αναγκάστηκε και αυτός και οπισθοχωρήσει. Ο αδερφός του παπά-Γιάννης και ένας ανιψιός τους είχαν πέσει ήδη νεκροί. Ο Ησαΐας προσπάθησε να ανηφορήσει όμως, λόγω της σωματικής του διάπλασης, δεν μπόρεσε να ανέβει το βουνό και στάθηκε. Τότε περνάει ο Μαρκόπουλος, έφορος του στρατού, και θέλοντας να τον βοηθήσει τον παίρνει στον ώμο του. Ο Ησαΐας τον παρακαλούσε «Άσε με παιδί μου και σώσε τον εαυτό σου ως πιο χρήσιμο». Εκείνος δεν άκουγε και όλο ανέβαινε την πλαγιά. Όμως, τελικά, δεν τα κατάφερε και άφησε τον Ησαΐα κοντά σε μια βρύση.

Όταν απομακρύνθηκε ο Μαρκόπουλος ήρθε ένας Δεσφινιώτης ονόματι Κελεπούρης καβάλα σε ένα άλογο και το έδωσε στον Ησαΐα. Στην αρχή ο Δεσπότης του έλεγε να το πάρει και να φύγει, όμως αυτός το παράτησε και άρχισε να τρέχει. Ο Ησαΐας πήγε σε μια πέτρα για να τον βοηθήσει να ανέβει στο άλογο. Ωστόσο, δεν πρόλαβε και τα αρβανίτικα σπαθιά του πήραν τη ζωή. Η βρύση εκείνη από τότε λέγεται «Δεσποτόβρυση».

Η μάχη είχε τελειώσει. Στην πομπή που μετέφεραν τον Διάκο, ο οποίος συνελήφθη ζωντανός, στην Λαμία, μπροστά πήγαιναν μερικοί Τουρκόγυφτοι οι οποίοι είχαν καρφωμένα σε παλούκια, κεφάλια των Ελλήνων. Σε ένα απ’ αυτά ήταν και του Ησαΐα και σε άλλο του αδερφού του παπά-Γιάννη. Την άλλη μέρα, που οι «μουρτάδες» σούβλισαν τον Διάκο, γύρω του είχαν στήσει αυτά τα κεφάλια και σε καθένα είχαν κολλήσει την ειρωνική επιγραφή «καπετάνιος».

Με αυτόν τον τρόπο οι δύο αχώριστοι εν ζωή αγωνιστές, Ησαΐας και Διάκος ήταν μαζί και στον θάνατο αφού η παράδοση της περιοχής της Λαμίας αναφέρει ότι οι Ασιάτες Τούρκοι που ήταν «υπεύθυνοι» για το τέλος του Διάκο, έριξαν τα κεφάλια και το σώμα του θαρραλέου αγωνιστή σε κάποιο βρωμόρεμα της περιοχής. Ας αναπαυτούν εν ειρήνη, όπου και αν βρίσκονται σήμερα, οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού στην Ρούμελη!

Επίλογος

Όλα τα ανωτέρω αποτελούν τα πιο σημαντικά στοιχεία της ζωής του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα. Ακόμη περισσότερα για τη ζωή και τη δράση του μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο μου «Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας». Το εν λόγω πόνημα αφορά μια ξεχασμένη προσωπικότητα της εθνεγερσίας του 1821. Είναι η αναλυτική βιογραφία του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα στηριγμένη σε όσες περισσότερες διαθέσιμες πηγές μπόρεσαν να συγκεντρωθούν κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Κάθε πρόταση είναι βιβλιογραφικά τεκμηριωμένη και το βιβλίο παρέχει πληροφορίες για την άγνωστη μορφή του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα που αν και ήταν ο πρωτεργάτης της επανάστασης του 1821 στη Ρούμελη, έχει παραγκωνιστεί από τους περισσότερους σημερινούς ιστοριογράφους. Το βιβλίο προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φωκίδος κκ. Θεόκτιστος. Αν το επιθυμείτε επικοινωνήστε μαζί μου στο email: hliasthanos2001@gmail.com. Διατίθεται και ποσότητα βιβλίων σε συλλόγους. 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

«Τούτο θα φάει εκείνο»: Από το όραμα του Κολοκοτρώνη στην κατάντια του σήμερα

 


Αυτό θα φάει εκείνο

Ο ηλικιωμένος αυλάρχης Νοταράς είχε συνοδεύσει επίσης τους Βασιλείς και παρέμεινε κοντά τους, αλλά επειδή δεν γνώριζε καμία ξένη γλώσσα, στενοχωριόταν πολύ ανάμεσα στους Βαυαρούς. Γι' αυτό, καλούσε συχνά τους Έλληνες σπουδαστές του Μονάχου για να περνούν μαζί τα βράδια συζητώντας. Πού και πού τους επαναλάμβανε τα όσα του έλεγε ο Όθωνας, ο οποίος λυπόταν κυρίως επειδή οι Έλληνες αρνούνταν να πιστέψουν την αγάπη του για την Ελλάδα. Ανάμεσα στα άλλα, ο βασιλιάς τού διηγήθηκε και το ανέκδοτο με τον Κολοκοτρώνη σχετικά με το Πανεπιστήμιο. Όταν χτιζόταν το Πανεπιστήμιο, ο βασιλιάς πέρασε από εκεί με το άλογό του και είδε τον Κολοκοτρώνη ξαπλωμένο με την κάπα του στον ήλιο, εκεί μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

Ο Κολοκοτρώνης, όταν είδε τον Βασιλιά, σηκώθηκε· και ο Όθωνας του είπε: — Πώς σας φαίνεται, Στρατηγέ, αυτό το μεγάλο σχολείο που χτίζουμε; — Να σου πω, Μεγαλειότατε, μου φαίνεται ότι τούτο εδώ δεν έπρεπε να χτιστεί κοντά σε εκείνο (και έδειξε το Παλάτι), επειδή φοβάμαι ότι τούτο θα φάει εκείνο. (Εφημ. «Εστία» 9 Οκτωβρ. 1896).



Το σπίτι της Ελλάδας

Ο Κολοκοτρώνης μια μέρα στο σπίτι του, στην Αθήνα, σεργιάνιζε στην κάμαρα, ενώ το παιδί του, ο Κολίνος, έγραφε· σταμάτησε απότομα και τον ρωτάει: — Κολίνε, ποιο νομίζεις πως είναι το εθνικό σπίτι της Ελλάδας; Ο Κολίνος τού απάντησε αμέσως: — Το παλάτι του βασιλιά. — Το παλάτι του βασιλιά; Όχι! είπε. Το Πανεπιστήμιο! (Γ.Τ.)

Σχολιασμός: 

Ο Γέρος του Μοριά, ένας άνθρωπος γεμάτος εμπειρία αλλά αγράμματος, είχε εκτιμήσει αυτό που η σημερινή Ελλάδα δεν εκτιμά. Την εκπαίδευση! Δυστυχώς κάθε μέρα γινόμαστε μάρτυρες ενός φαινομένου που κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο θα έπρεπε να τον θλίβει βαθύτατα. Τα σχολεία μας έχουν καταντήσει ανούσιες αίθουσες παπαγαλίας με σκοπό τον πολυπόθητο βαθμό και χωρίς ουσιώδη όχι μόνο εκπαίδευση αλλά πρώτα απ’ όλα - όπως θα έπρεπε - παίδευση. Η βία των ανηλίκων βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ, ένα φαινόμενο που θυμίζει την αποτυχία του συστήματος εκπαίδευσης. Προσοχή! Δεν καταλογίζω ευθύνες στη σημερινή μόνο ηγεσία της εκπαίδευσης, αλλά πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι χρονίζον και πρέπει να ληφθούν χτες μέτρα. Ο Γέρος του Μοριά, έβλεπε μπροστά, αλλά είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε σήμερα δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζει αυτό που θα «έτρωγε το Παλάτι». Δυστυχώς το σημερινό Πανεπιστήμιο έχει καταντήσει ένας χώρος αμορφωσιάς και όχι μόρφωσης και πνευματικής εξύψωσης. Άχρηστα μαθήματα, ανούσιες διδασκαλίες, καθηγητές που δεν αξίζουν να διδάσκουν και οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα ακόμα και του αντικειμένου τους, πιστοί τις περισσότερες φορές σε συγκεκριμένες πολικές ιδεολογίες, υποτάσσουν την επιστήμη στις ιδεολογίες, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Πολλοί «καθηγητές» καλό θα ήταν να μην ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο καθώς όχι μόνο δεν προσφέρουν τίποτα αλλά χαλούν και ότι άλλοι ενσυνείδητοι επιστήμονες προσπαθούν να χτίσουν. Ελπίζω κάποια στιγμή να μας γίνουν βίωμα να λόγια του Μοραΐτη Αρχιστράτηγου και να διορθώσουμε ό,τι διορθώνεται.

Πηγή: Ιωάννης Βλαχογιάννης, Τα ανέκδοτα του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη, Εκ του Τυπογραφείου Γ. Η. Καλέργη & Σιας, Εν Αθήναις, 1922, σσ. 73-74

Σχολιασμός: Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Εικόνες: ΤΝ


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Χρονικό της δράσης του κλεφταρματολού Γιάννη Ξυλικιώτη

 


Ειδικό βραβείο διηγήματος από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών το 2025 (βλέπε:  https://ellineslogotexnes.gr/wp-content/uploads/2025/11/237-ok.pdf)

Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Ο Γιάννης Ξυλικιώτης γεννήθηκε στο χωριό Ξυλικοί της Λοκρίδας μεταξύ 1715 και 1723. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Ζώτος, αλλά έμεινε στην Ιστορία γνωστός ως Γιάννης Ξυλικιώτης, δηλαδή ο Γιάννης από τους Ξυλικούς. Ο Γιάννης μεγάλωσε στο χωριό του και γαλουχήθηκε με τα διδάγματα της λευτεριάς έχοντας ως πρότυπό του τους κλεφταρματολούς που δρούσαν στην περιοχή ανενόχλητοι λόγω του ορεινού και δασώδους αυτής.

Ήταν ένας νέος με όμορφα χαρακτηριστικά. Ψηλός, αδύνατος και με μαύρα μακριά μαλλιά γεμάτος δύναμη και αποφασιστικότητα. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τους λόγους που τον οδήγησαν από μικρό να φύγει από το χωριό του και να ακολουθήσει τον βίο του κλεφταρματολού. Διάφορες υποθέσεις έχουν ακουστεί κατά καιρούς με πιο επικρατέστερη ίσως αυτή της τιμής. Ότι δηλαδή ο Γιάννης «βγήκε στο κλαρί» για λόγους τιμής.

Εκείνη την εποχή, η Ρούμελη, ήταν γεμάτη από νέους αλλά και γηραιότερους αγωνιστές, οι οποίοι δεν άντεχαν την καταπίεση της σκλαβιάς και είχαν καταφύγει στα βουνά πολεμώντας τον Τούρκο κατακτητή. Κατσώνης, Βλαχοθανάσης και Ανδρέας Βερούσης (Ανδρούτσος) είναι μόνο ελάχιστοι από αυτούς και οι σημαντικότεροι με τους οποίους θα συνεργαστεί ο Γιάννης Ξυλικιώτης.

Ο Γιάννης Κατσώνης ή Βρυκόλακας κράτησε πρώτος το αρματολίκι των Σαλώνων στις αρχές του 18ου αιώνα. Μετά τη νικηφόρα μάχη στη Βουνιχώρα, τη συντριβή του τουρκικού στρατού στη Βίδαβη και τον αποκεφαλισμό του δερβέναγα του Λιδωρικίου από τον ίδιο τον Βρυκόλακα, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να τον διορίσουν αρματολό Σαλώνων και Λιδωρικίου, δίνοντάς του τον τίτλο του «Έξαρχου». Έτσι, με αυτό το αξίωμα, η εξουσία του Κατσώνη απλωνόταν από το Λιδωρίκι και το Μαλανδρίνο έως τη Λειβαδιά.

Ο Μήτρος Βλαχοθανάσης γεννήθηκε το 1695 στη Βουνιχώρα Παρνασσίδας. Το 1755 αναλαμβάνει το αρματολίκι του Μαλανδρίνου και ύστερα από λίγο μένει ο μόνος αρχηγός σε όλα τα αρματολίκια. Μαζί του παίρνει και τον μικρό Ανδρέα Βερούση σε ηλικία 15 ετών τον οποίο είχε σαν γιό του. Ο Ανδρέας Βερούσης σε ηλικία 25 ετών έχει δική του ομάδα αποτελούμενη από 300 άνδρες με λημέρι του την κορυφή του Παρνασσού, Λιάκουρα. Το 1769 κατέβηκε στον Μοριά για να βοηθήσει στην Επανάσταση του Ορλώφ. Μετά το 1771, όταν και θα σκοτωθούν ο Βλαχοθανάσης και ο Ξυλικιώτης, θα μείνει ο μοναδικός αρχηγός στη Ρούμελη, αναγνωρισμένος απ’ όλους. Θα πεθάνει το 1797 στην Κωνσταντινούπολη μέσα στη φυλακή. Αυτά τα λίγα έτσι παρενθετικά για τους τρεις σπουδαιότερους συναγωνιστές του Γιάννη Ξυλικιώτη.

Ο Γιάννης Ξυλικιώτης αξίζει να τονίσουμε πως όταν έφυγε από το χωριό του ενώθηκε με τους άνδρες του Βρυκόλακα, που κυριαρχούσε, όπως είπαμε, στην περιοχή της Ρούμελης. Ο Ξυλικιώτης γρήγορα θα αποδείξει την παλληκαριά του και θα γίνει αρχηγός μικρής ομάδας αρματολών, δηλαδή μπουλουκτσής. Πολεμά τους κατακτητές από τη Λειβαδιά και τη Μενδενίτσα ως τα Σάλωνα και ακόμα παραπέρα, στα Κράββαρα. Στα είκοσι του θα παρευρεθεί μαζί με άλλους κλεφταρματολούς στο σπίτι του καπετάνιου του Βρυκόλακα, όταν αυτός θα αφήνει την τελευταία του πνοή, για να πάρει την ευχή του. Ο Γιάννης Κατσώνης ορίζει για διάδοχό του, τον αδελφό της γυναίκας του, Κώστα Ζαχαριά ή Κωνσταντάρα, δίνοντάς του το χοντρό δαχτυλίδι με το έμβλημά του. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης θα πολεμήσει υπό τις διαταγές του έως το 1755 όταν και ο Κωνσταντάρας θα πεθάνει.

Ήταν μια περίοδος μεγάλης αιματοχυσίας και ταραχής καθώς οι Τούρκοι δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντάρα για διάδοχο του Κατσώνη. Έτσι, ο Κωνσταντάρας προέβαινε σε κάθε είδους αγριότητες εναντίον Τούρκων και Ελλήνων. Μετά τον θάνατό του, το αρματολίκι του μοιράστηκε. Αυτό των Σαλώνων το πήραν ο Λάμπρος Τσεκούρας και ο Βέργος Βλαχαρματάς, αυτό του Λιδωρικίου (Δωρίδας) ο Φλώρος Γιαταγάνας και εκείνο του Μαλανδρίνου ο Βλαχοθανάσης. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης συνεχίζει να πολεμά υπό τον Βλαχοθανάση. Οι Τσεκούρας και Βλαχαρματάς ανεξαρτητοποιήθηκαν από τους υπόλοιπους και έκαναν επιχειρήσεις μόνοι τους για μεγάλο διάστημα έως ότου από προδοσία έπεσαν στα χέρια των Τούρκων και σκοτώθηκαν. Όσοι από την ομάδα τους γλίτωσαν έφυγαν για την Αιτωλοακαρνανία. Στην ευρύτερη περιοχή έμειναν μόνο ο Βλαχοθανάσης και ο Ξυλικιώτης.

Το 1755 βγήκε κλέφτης στα βουνά και βρέθηκε στον νταϊφά του Βλαχοθανάση μαζί με τον παλιό κλέφτη Ξυλικιώτη και ο Ανδρούτσος. Σε ηλικία 25 ετών, το 1765, ο τελευταίος δημιουργεί δικό του σώμα αποτελούμενο από 300 άνδρες, όπως είπαμε και παραπάνω, και συνεργάζεται με τον Βλαχοθανάση και τον Ξυλικιώτη. Δρούσε τότε σε ολόκληρη την περιοχή της σημερινής Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας.

Ο Γιάννης Ξυλικιώτης την περίοδο που ξέσπασαν τα Ορλωφικά ξέρουμε ότι είχε το αρματολίκι της Αταλάντης και της Μενδενίτσας. Το 1770 μάλλον συναντήθηκε στο Δαδί με τον Ανδρούτσο - όπως μας αφηγείται γνωστό κλέφτικο τραγούδι - και συμφωνούν να λάβουν μέρος στην Επανάσταση. Έτσι, ο Ανδρούτσος κατέβηκε στον Μοριά για να πολεμήσει. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις κινήσεις του Γιάννη Ξυλικιώτη την περίοδο εκείνη. Ξέρουμε όμως πως αργότερα το 1770 - μετά τη μάχη στη θέση Μύτικας κοντά στο δρόμο προς Σάλωνα - ο Βλαχοθανάσης συναντιέται με τον Ανδρούτσο - που στο μεταξύ είχε γυρίσει, ως εκ θαύματος σχεδόν, από τον Μοριά - και τον Γιάννη Ξυλικιώτη και μαζί με τους υπόλοιπους καπεταναίους της περιοχής, φτιάχνουν ένα σώμα από εξήντα μόλις συντρόφους και μπήκαν στη Φθιώτιδα, όπου άρχισαν τις σφαγές και τις πυρπολήσεις των τούρκικων χωριών. Οι Τούρκοι αντέδρασαν με ισχυρές δυνάμεις και τους πολιόρκησαν σε ένα μοναστήρι των Βαρδουσίων - όπως μας σώζει κλέφτικο τραγούδι - απ’ όπου οι Έλληνες κατάφεραν να ξεφύγουν με γυμνά σπαθιά και πολλές απώλειες.

Ο Σελίμπεης, δερβέναγας των Σαλώνων, αγνοώντας τους κλεφταρματολούς και για να έχει το πάνω χέρι, διορίζει τον Γιάννη Λευκαδίτη, αρματολό της περιοχής, παραμερίζοντας τον Ανδρούτσο. Η αντίδραση των Βλαχοθανάση, Ανδρούτσου και Ξυλικιώτη ήταν πεισματώδης. Με τις ενισχύσεις των Δεδούση, Σουσμάνη, Βιδαβιώτη και Λιδωρικιώτη, αποφάσισαν να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις του Σελίμπεη στα Πεντεόρια. Στη φονική μάχη που ακολούθησε, έπειτα από πολλές απώλειες και πεισματώδη μάχη, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή προς τις Καρούτες και κλείστηκαν σε ένα ερημοκλήσι. Τρία μερόνυχτα πολεμούσαν και αφού είδαν ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να σωθούν αποφάσισαν να παραδοθούν. Στη μάχη είχε λάβει μέρος και ο ίδιος Σελίμπεης. Αφού ο τελευταίος και οι δικοί του παραδόθηκαν, εκλιπαρούσαν γονατιστοί τους οπλαρχηγούς να τους χαρίσουν τη ζωή με όποιο αντάλλαγμα. Οι οπλαρχηγοί και πρώτος ο Ανδρούτσος έδειξαν μεγαλοψυχία και τους άφησαν ελεύθερους, χωρίς λύτρα.

Οι κλεφταρματολοί συνέχισαν τη δράση τους έως και το φθινόπωρο του 1770 όταν και έδωσαν τη μάχη του Μαλανδρίνου, όπου έπεσαν οι Δεδούσης και Σουσμάνης ηρωϊκά μαχόμενοι. Μετά τη μάχη αυτή ο καθένας γύρισε στο χωριό του για το χειμώνα. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης πήγε στους Ξυλικούς μην γνωρίζοντας πως αυτή ήταν η τελευταία φορά. Ο γέροντας Βλαχοθανάσης (ήταν 75-76 χρονών) ανακοίνωσε στους συντρόφους του ότι θα πάει στο χωριό του για το χειμώνα και θα παραμείνει εκεί για να πεθάνει στην ησυχία.

Την άνοιξη του 1771 οι κλεφταρματολοί άφησαν τα χωριά τους και πήγαν στη Βουνιχώρα όπου συναντήθηκαν με τον Βλαχοθανάση για να αποφασίσουν τις κινήσεις τους. Οι κλεφταρματολοί αποφάσισαν να κινηθούν εναντίον του Μουχτάρ πασά της Ναυπάκτου επειδή ο τελευταίος τον χειμώνα που πέρασε είχε πιάσει τον ψυχογιό του Ανδρούτσου - που καταγόταν από την Ξυλογαϊδάρα - και τον είχε εκτελέσει απάνθρωπα. Ο Ανδρούτσος κατάφερε να πείσει τον γέρο-Βλαχοθανάση να τον ακολουθήσει. Οι κλεφταρματολοί Βλαχοθανάσης, Ανδρούτσος και Ξυλικιώτης έφυγαν από τη Βουνιχώρα και έφτασαν έξω από τη Ναύπακτο. Ο Μουχτάρ πασάς πήρε ένα επίλεκτο σώμα Τούρκων και κατευθύνθηκε να συναντήσει τους Έλληνες κλεφταρματολούς. Οι τελευταίοι απέφευγαν να τον αντιμετωπίσουν σε ανοικτό μέρος, ωστόσο υποχρεώθηκαν να δώσουν μάχη κοντά στο χωριό Γαυρολίμνη, δυτικά της Ναυπάκτου. Η μάχη φονικότατη κράτησε ώρες ολόκληρες χωρίς να γέρνει η νίκη σε καμία πλευρά.

Σε κάποια στιγμή της μάχης, ο Βλαχοθανάσης σηκώθηκε και τραβώντας το ξίφος του όρμησε να αναμετρηθεί σώμα με σώμα με τον Μουχτάρ. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης βλέποντας τον καπετάνιο του να ορμά μόνος του εναντίον πολυάριθμου σώματος Τούρκων δεν δίστασε στιγμή και τον ακολούθησε ξιφήρης. Τα πυρά όλων των εχθρών στράφηκαν στους δύο άνδρες και τους σκότωσαν. Ο Βλαχοθανάσης τραυματισμένος βαρύτατα και καταλαβαίνοντας τον επερχόμενο θάνατό του, φώναξε στα παλληκάρια του: «Παιδιά, πάρτε μας τα κεφάλια και να ‘χετε την ευχή μου». Έτσι, άφησε την τελευταία του πνοή ο ήρωας Βλαχοθανάσης.

Από εκείνη την στιγμή ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους διεξήχθη σκληρός αγώνας γύρω από τα άψυχα σώματα των δύο αγωνιστών για το ποιος θα τα κατακτήσει. Ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του ήταν αποφασισμένοι ή να πεθάνουν ή να πάρουν τα άψυχα σώματα του Βλαχοθανάση και του Ξυλικιώτη. Μπροστά στη δύναμη των κλεφταρματολών το κέντρο του Μουχτάρ πασά άρχισε να κάμπτεται. Όταν όμως έφτασε ο δερβέναγας της Ναυπάκτου Μήτσο-Μπόνος με μεγάλη δύναμη ανδρών, οι κλεφταρματολοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και οι Τούρκοι τους κυνήγησαν για αρκετή ώρα. Οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στου Σκορδά το Χάνι. Οι νεκροί Τούρκοι ήταν αρκετοί όμως αυτοί κατάφεραν να πάρουν τελικά τα κεφάλια των Βλαχοθανάση και Ξυλικιώτη και άρχισαν να τα περιφέρουν θριαμβευτικά ανάμεσα στο πλήθος. Τελικά, τα πούλησαν μαζί με τα μοναδικά και πανάκριβα άρματα του Γιάννη Ξυλικιώτη στον μπέη των Σαλώνων έναντι μεγάλη αμοιβής. Ο μπέης ζώστηκε τα άρματα του Ξυλικιώτη και το κεφάλι του Βλαχοθανάση διέταξε να το καρφώσουν σε πάσσαλο και να το βάλουν πάνω σε σωρό ανθρώπινων ακαθαρσιών.

Μετά τη μάχη, ο Ανδρούτσος αναγνωρίστηκε αρχηγός από όλους τους κλεφταρματολούς της Στερεάς. Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι υπάρχουν πάμπολλα δημοτικά και κλέφτικα τραγούδια που θρηνούν τον χαμό του Γιάννη Ξυλικιώτη.

Αιωνία η μνήμη του!

Επίλογος

Το παρόν χρονικό στηρίχτηκε στο πρώτο και μοναδικό βιβλίο που έχει δημοσιευτεί για τον κλεφταρματολό Γιάννη Ξυλικιώτη. Αυτό δεν είναι άλλο από το βιβλίο του φίλου-μέντορά μου, εξαίρετου συγγραφέα και ανθρώπου, Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διομήδη Παναγιωτόπουλου από τους Ξυλικούς της Φθιώτιδας. Ο π. Διομήδης σε μια ολοκληρωμένη μελέτη παρουσιάζει τη ζωή και τη δράση του συντοπίτη του Γιάννη Ξυλικιώτη με τον γνωστό γλαφυρό λογοτεχνικό αλλά και έγκυρο ιστορικά λόγο του.


Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

Ανοικτή επιστολή ενός ερευνητή προς τις Συλλογές Ιστορικών Εγγράφων της Χώρας (Εθνική Βιβλιοθήκη, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Μουσείο Μπενάκη κτλ.)

 



Αγαπητοί σας χαιρετώ,

Ονομάζομαι Ηλίας Θάνος και είμαι ερευνητής της Ιστορίας. Ασχολούμαι με την έρευνα και καταγραφή της Ιστορίας της Ελλάδος και δη της Επαναστάσεως του ’21, ιστοριοδιφικά. Ως ερευνητής ήρθα αρκετές φορές αντιμέτωπος με το εξής πρόβλημα: λόγω διαμονής μου στην επαρχία και μη δυνατότητας μου συχνής επισκέψεως στην πρωτεύουσα, αντιμετωπίζω το πρόβλημα έλλειψης πρόσβασης σε Ιστορικά Αρχεία.

Αρχικά, να μιλήσω για την Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου δεν υπάρχει ένας κατάλογος τον οποίον να μπορούν να τον συμβουλεύονται οι ερευνητές. Ένας κατάλογος με τα χειρόγραφα που υπάρχουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Θα ήταν χρήσιμο, ας πούμε, να ξέρουμε τι χειρόγραφα υπάρχουν που αναφέρονται σε βυζαντινά θέματα, τι σε θέματα της Επανάστασης κοκ. Αξίζει να τονίσω, όμως, ότι το προσωπικό της Εθνικής Βιβλιοθήκης είναι εξυπηρετικότατο και η διοίκηση του Ιδρύματος έχει φροντίσει οι ερευνητές να μην αποκλείονται από τα χειρόγραφα και με ένα μικρό αντίτιμο για την εργασία των υπαλλήλων - το οποίο δεν με ενοχλεί καθόλου - να μπορούμε να ζητήσουμε όποιο χειρόγραφο θέλουμε και να μας αποσταλεί ηλεκτρονικά. Υπάρχουν ειδικοί οι οποίοι τα ψηφιοποιούν και τα διαθέτουν στον ενδιαφερόμενο κατόπιν αιτήματος. Σε αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Πριν κάποια χρόνια είχε ξεκινήσει βέβαια και το «Ψηφιακό Αρχείο 1821» το οποίο έμεινε στη μέση. Ελπίζω να ολοκληρωθεί κάποτε και αν χρειάζονται βοήθεια πρώτος εγώ να τους βοηθήσω στο διάβασμα χειρογράφων, αρκεί να γίνουν προσβάσιμα όλα τα αρχεία στον ενδιαφερόμενο ερευνητή. Εγώ το έχω στους σελιδοδείκτες μου και το επισκέπτομαι τακτικά. Ελπίζω να προχωρήσει.

Δευτερευόντως θα ήθελα να μιλήσω για τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ). Εκεί υπάρχουν όλα ψηφιοποιημένα και με μόνη ηθική υποχρέωση την αναγραφή της πηγής προέλευσης. Αυτό είναι ένα έργο που αξίζει αναφοράς. Όπως μαθαίνω με το καινούργιο πρόγραμμα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης σε συνεργασία με άλλα υπουργεία θα προχωρήσει και η ψηφιοποίηση και των υπολοίπων αρχείων. Τα αναμένουμε με ανυπομονησία. Αρχεία όπως το Αρχείο Βλαχογιάννη, το οποίο με προσωπικό κόπο και έξοδα, διέσωσε ο αείμνηστος αυτός ακούραστος ιστοριοδίφης, πρέπει να γίνουν κτήμα όλων των Ελλήνων. Ελπίζω μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος ψηφιοποίησης τον Μάιο του 2026 να αναρτηθούν ψηφιακά τα αρχεία των Συλλογών. Αυτό θα βοηθήσει όλους εμάς που θέλουμε να προβάλλουμε την ιστορία του τόπου μας.

Ας έρθω όμως τώρα σε αρχεία όπως τα αρχεία της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας. Εκεί τα πράγματα είναι δύσκολα. Είναι δυνατόν εν έτει 2025 να μην έχουν ψηφιοποιηθεί ή τουλάχιστον να μην μπορούν να ψηφιοποιηθούν κατόπιν αιτήματος του ερευνητή - και ας πληρώσει και κάτι - ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει την έρευνά του; Δηλαδή κάποιος που μένει στο Διδυμότειχο να είναι αναγκασμένος να κατέβει στην Αθήνα για να δει κάποια χειρόγραφα; Με αυτόν τον τρόπο αποκλείετε από τη γνώση όλους τους Έλληνες αφού οι δημοσιεύσεις μας διαβάζονται από αρκετούς απλούς πολίτες με δίψα για την ιστορική αλήθεια. Ένα έχω να σας πω: αν αυτοί που σας έδωσαν τα αρχεία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ήξεραν ότι σήμερα, στην εποχή της διευκόλυνσης, δεν θα ήταν προσβάσιμα στους ερευνητές, θα τα κράταγαν κρυμμένα στις κασέλες τους. Τόσα και τόσα παραδείγματα υπάρχουν με ανθρώπους που διέθεσαν τα αρχεία τους όταν ιστοριοδίφες ήθελα να γράψουν την ιστορία του τόπου! Εκατοντάδες τα παραδείγματα! Μην καμαρώνετε λοιπόν ότι τα έχετε στην συλλογή σας γιατί και που τα έχετε τι; Αφού δεν τα χρησιμοποιούν οι ενδιαφερόμενοι. Μην μου πείτε ότι αρκετοί έρχονται και τα βλέπουν γιατί θα σας πω ότι στον πληθυσμό των 5 εκατομμυρίων που έχει η Αθήνα λογικό να έχετε συχνά επισκέπτες. Πολλοί όμως μπορεί να θέλουν να ερευνήσουν τα αρχεία σας και δεν μπορούν λόγω απόστασης και μη δυνατότητας από την πλευρά σας ψηφιοποίησης. Τέλος, έτσι για την Ιστορία, ο περιορισμός φωτογράφισης μόνο 20 σελίδων είναι εντελώς αχρείαστος.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι καλά με εμένα που μένω κάπως κοντά στην πρωτεύουσα και είμαι νέος. Αν υπάρχει κάποιος πιο μεγάλος από μένα και πολύ πιο μακριά τι θα γινόταν; Όλοι αυτοί τον αποκλείουν από την έρευνα και μαζί τους και τόσους Έλληνες; Γι’ αυτό από την εποχή την αρχαία μας έφαγαν οι εμφύλιοι και η διχόνοια.

Σκεφτείτε και ενεργήστε αναλόγως!!

Με εκτίμηση,

Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Ασήμω Λιδωρίκη-Γκούρα: Μελέτη μέσα από σπάνιες πηγές - Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος

 

Εκδήλωση με θέμα: «Ασήμω Λιδωρίκη – Γκούρα: Η Καπετάνισσα Νταλιάνα της Ακρόπολης» – Σύλλογος των Αθηναίων (syllogostonathinaion.gr)


Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής-Συγγραφέας-Αρθρογράφος,

Ελάχιστα μας είναι γνωστά για τη ζωή της Ασήμως Λιδωρίκη. Φαίνεται πως γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα καθώς όταν κηρύχτηκε η Μεγάλη Επανάσταση ήταν περίπου 16-18 ετών. Ήταν κόρη του Αναγνώστη Λιδωρίκη, ενός μεγαλοκτηματία από το Λιδωρίκη. Η Ασήμω είχε άλλα πέντε αδέρφια: τον Αναστάση, τον Παναγιώτη, τη Μαρία γυναίκα του Γιώργου Κάρμα, τη Λένη γυναίκα του Στάθη Κατσικογιάννη και την Τασούλα Κρανακίδη. Η Ασήμω παντρεύτηκε τον Γιάννη Γκούρα ύστερα από συνοικέσιο που της έκανε ο πατέρας της Αναγνώστης με τον ανερχόμενο-φιλόδοξο φρούραρχο της Αθήνας. Αμέσως, εγκαταστάθηκαν στο Ερεχθείο το οποίο είχαν μετατρέψει σε οικία του φρουράρχου. Η Ασήμω ήταν ιδιαίτερα τολμηρή, γενναία και φιλόπατρις και έτσι ακολουθούσε τον άντρα της στις μάχες. Να σημειωθεί ότι δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά με τον Γκούρα και γι’ αυτό είχαν τα ανίψια τους σαν παιδιά τους.

Όταν πέθανε ο Γκούρας, ανέλαβε αυτή φρούραρχος της Ακρόπολης. Από τα χαρίσματα που την είχε προικίσει η φύση έτρεχε παντού να δίνει βοήθεια και να ενθαρρύνει τους στρατιώτες της. Μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες παρείχαν φροντίδα στους τραυματίες. Όταν έφτασε ο Κριεζιώτης στην Ακρόπολη δεν υπήρχε λόγος να κρατά αυτή την αρχηγία και έτσι την ανέλαβε ο Κριεζιώτης. Η Γκούραινα δεν εγκατέλειψε, ωστόσο, την Ακρόπολη και παρέμεινε στο Ερεχθείο, με την οικογένειά της και την σέβονταν όλοι οι έγκλειστοι. Για την σχέση του Κριεζιώτη με την Ασήμω θα δούμε παρακάτω. Η Ασήμω πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1827. Ο θάνατός της στεναχώρησε όλους τους στρατιώτες.

Ο γάμος του Γιάννη Γκούρα με την Ασήμω Λιδωρίκη

Ο Γιάννης Γκούρας παντρεύτηκε με την Ασήμω Λιδωρίκη στις 16 (ή 23) Φεβρουαρίου 1823. Η στέψη έγινε στην εκκλησία του Αϊ-Γιώργη στο Θησείο που εκείνη την εποχή ήταν χριστιανική εκκλησία. Κουμπάρος ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Μέσα σε μια μεγαλειώδη τελετή, πάνω από 300 αρματωμένοι, είχαν σχηματίσει έναν κύκλο και μέσα εκεί ήταν ο Επίσκοπος με τους συνοδούς του, οι πρόξενοι, οι προεστοί και οι οικογένειες των δύο νεόνυμφων. Όταν έφτασε η νύφη, με την συνοδεία πολλών γυναικών (βλέπεις κρατούσε από αρχοντικό σόι), μπήκε μέσα στον δακτύλιο και ξεκίνησε η τελετουργία. Όταν ακούστηκε το νυμφεύεται από τον Δεσπότη και πέρασαν τα στέφανα, 23 κανονιές ξεκίνησαν από την Ακρόπολη και όλοι μαζί οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να ρίχνουν τουφεκιές στον αέρα. Όταν τελείωσε το μυστήριο, όλοι μαζί κίνησαν για το σπίτι του γαμπρού. Νεόνυμφοι, Δεσπότης, συγγενείς, αρματωμένοι και φυσικά τα προικιά της νύφης. Δυο φορές πάλι τουφέκισαν οι 300 της συνοδείας τους. Αμέσως, στρώθηκε βασιλικό γεύμα με αρνιά, κρασιά, ψωμιά και ρύζι. Ακόμη, μοιράστηκε στους φτωχούς σιτάρι. Το βράδυ τρείς κανονιές αντήχησαν και πυροτεχνήματα έλαμψαν τον Αττικό ουρανό. Λέγεται ότι ο χορός κράτησε τρείς μέρες. Την τρίτη έγινε πάλι τραπέζι με τις γυναίκες να τρώνε χωριστά, κατά τα παλιά έθιμα. Να πως μας περιγράφει ο Γκόρντον τη γιορτινή διάθεση των παρευρισκόμενων στον γάμο: «Στις 16 Φεβρουαρίου, ο φρούραρχος της Ακρόπολης, καπετάν-Γκούρας, γιόρτασε τον γάμο του με μια κόρη επιφανούς οικογενείας από το Λιδωρίκι και ολόκληρη η πόλη συμμετείχε στο γλέντι. Με τη συνήθη απερισκεψία των Ελλήνων, μεγάλη ποσότητα πολύτιμου μπαρουτιού σπαταλήθηκε σε κανονιοβολισμούς και πυροβολισμούς και εκτός από το υπέροχο δείπνο που παρατέθηκε στους πλουσίους, στους στρατιώτες μοιράστηκε κρασί, ψωμί και ρύζι, ενώ στη φτωχολογιά σιτάρι».1 Οι νεόνυμφοι εγκαταστάθηκαν στο Ερεχθείο.

Η Ασήμω, η Γκούραινα αλλιώς, εκτός από τη φυσική ομορφιά που την είχε προικίσει η φύση ήταν και λεβεντογυναίκα. Ακολουθούσε τον Γκούρα με τα κουμπούρια της στις μάχες και μάλιστα κλείστηκε μαζί του στην Ακρόπολη. Να πως μας την περιγράφει ο Αντόν Πρόκες φον Όστεν, πρώτος πρέσβης της Αυστρίας στην Ελλάδα κατά τα έτη 1833-1849: «Η γυναίκα του Γκούρα, κόρη ενός προκρίτου απ’ το Μενίδι2, αισθανόταν σαν πριγκίπισσα. Νέα, όμορφη, στολισμένη και ντυμένη πάντοτε πλούσια, προκαλούσε το ενδιαφέρον με τους χαριτωμένους της τρόπους. Δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι της χωρίς να την ακολουθεί ένα πλήθος από κοπέλες που την υπηρετούσαν, ενώ όλοι οι στρατιώτες έκαναν υπόκλιση μπροστά της. Ο Μαμούρης φαινόταν μόνο σαν να ήταν καστελάνος της, η ίδια όμως έδειχνε αφέντισσα και πυργοδέσποινα. Την συστήθηκα την πρώτη φορά που ήμουν στην Αθήνα, τον Μάιο του 1825, διά μέσου του δόκτορα Βιτάλη, που ήταν ο γιατρός της οικογένειας και της συνείδησής της. Την έβλεπα τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο τού ίδιου χρόνου συχνά, ζήτησα την προστασία της και αισθανόμουν έτσι μια χαρά. Ήταν τέλη Αυγούστου που είχε γυρίσει ο Γκούρας από τις μάχες. Η είσοδός του στην Αθήνα θύμιζε την επιστροφή ενός πρίγκιπα στον πύργο του...Το 1826 συγκέντρωσε ο Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς τα στρατεύματά του μπροστά από την Ακρόπολη και άρχισε την πολιορκία. Ο Γκούρας αμύνθηκε καλά αλλά, τον Δεκέμβρη3, τον πέτυχε τη νύχτα μια σφαίρα τουφεκιού στον προμαχώνα, μπρος από τα προπύλαια, και τον σκότωσε. Η γυναίκα του φέρθηκε σαν ηρωίδα σ’ αυτή την υπόθεση και γενικά είναι ο ωραιότερος γυναικείος χαρακτήρας που έχει να παρουσιάσει η ελληνική επανάσταση. Έδινε θάρρος στους άντρες της Ακρόπολης, που την αναγνώρισαν κι αυτοί σαν καπετάνισσα...»4 Σε άλλο σημείο πάλι λέει ο ίδιος: «Στην Ακρόπολη ήταν σαν πριγκίπισσα. Διατηρούσε αυλή. Ήταν νέα και χαριτωμένη. Στα μάτια της έλαμπε η αυτοπεποίθηση. Συχνά φερόταν σαν παιδί ντροπαλό κι αμίλητο. Ήταν πάντοτε πλούσια ντυμένη με φορεσιά αλβανική. Τη συντρόφευε μια συγγένισσά της, η Ρούσση. Το νοικοκυριό της σ’ ένα υπνοδωμάτιο. Όλες οι υπηρέτριές της ήταν όμορφες και ήξεραν να φερθούν. Το έθιμο ήταν να κερνούν τον ξένο, που θέλουν να τιμήσουν με γλυκό του κουταλιού ή μαστίχα κι ένα ποτήρι νερό. Ύστερα προσφέρουν καφέ και τσιμπούκι. Αυτά τα φρόντιζε η ίδια η Ασήμω. Φαινόταν πολύ αφοσιωμένη στον άντρα της και υπερήφανη γι’ αυτόν. Είναι θερμή σαν την πνοή της ανοίξεως σ’ αυτήν την ωραία χώρα. Είναι θαρραλέα γυναίκα και τολμηρή στην ιππασία...»5 Να προσθέσουμε ότι ήταν βέβαια και ιδιαίτερα μοχθηρή και φιλοχρήματη. Λέγεται πως συχνά επηρέαζε τον Γκούρα και ιδιαιτέρως έναντι του Ανδρούτσου. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο Ανδρούτσος στα τέλη του 1823 έφερε τη γυναίκα του, την Ελένη Χρήστου Καρέλη και την μάνα του στο κάστρο της Ακρόπολης γεννήθηκε μια μεγάλη αντιζηλία μεταξύ των γυναικών. Συγκεκριμένα, η μάνα Ανδρούτσαινα έλεγε πως: «την γυναίκα του υπηρέτου μου δεν ημπορώ να έχω όμοιάν μου» και η γυναίκα του Οδυσσέα δεν ανεχόταν να έχει την πρωτοκαθεδρία η Γκούραινα. Από την άλλη, η Γκούραινα, που καταγόταν από αρχοντικό σόι δεν υπέφερε τα λόγια της Ανδρούτσαινας. Έτσι, η έχθρα μεταξύ των γυναικών μεγάλωνε και επηρέαζε και τις σχέσεις Γκούρα-Ανδρούτσου.

Ο θάνατος του Γκούρα

Μόλις έπεσε το σκοτάδι της νύχτας της 30ης Σεπτεμβρίου 1826, άναψε πάλι ο πόλεμος στο φρούριο. Ο Γκούρας, κατά τα μεσάνυχτα, πάει να δει τι γίνεται επειδή φοβόταν μην το σκάσουν οι σύντροφοί του. Κατηφορίζει ως τον «Σερπετζέ», ένα μικρό τείχος κτισμένο από τους Τούρκους ανάμεσα στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού και το θέατρο του Διονύσου. Οι Τουρκαλβανοί έριχναν συνεχώς από τον λόφο του Φιλοπάππου. Ο Γκούρας φτάνει σ’ ένα ταμπούρι και για να εμψυχώσει τα παλληκάρια του παίρνει και ο ίδιος μέρος στον πόλεμο. Κάποια στιγμή με το αλβανικό του όπλο ετοιμάζεται να πυροβολήσει, αλλά η πυρίτιδα ναι μεν πυροδοτήθηκε δεν διέδωσε όμως την «φωτιά» σε όλο το όπλο. Έτσι, ο Γκούρας σκύβει να βάλει καινούργια πυρίτιδα και τότε βρίσκεται το κεφάλι του στο άνοιγμα της πολεμίστρας. Από απέναντι φαίνεται πως βρέθηκε ένας καλός σκοπευτής ο οποίος σημάδεψε την λάμψη της πυρίτιδας του Γκούρα και μ’ αυτόν τον τρόπο τον πετυχαίνει μια σφαίρα στο δεξί μηλίγγι και πέφτει κάτω νεκρός.

Μια άλλη παράδοση, σύμφωνα με τον Βιτάλη την οποία διαψεύδει ο Βλαχογιάννης, λέει ότι είχε στηθεί μεγάλο γλέντι από τους άνδρες του Γκούρα την 30η Σεπτεμβρίου 1826, το βράδυ, γιατί σε μια έξοδο που είχαν κάνει πίστεψαν ότι ο εχθρός σκόρπισε. Ο Γκούρας πήρε μέρος στο φαγοπότι. Κάποια στιγμή είδε φως σε ένα εχθρικό ταμπούρι στην μεριά του Φιλοπάππου και ζήτησε να του δώσουν ένα ντουφέκι. Πυροβολώντας μία φορά διαπίστωσε ότι το όπλο πήρε φωτιά μόνο από έξω και δεν έστειλε το βόλι. Όταν πυροβόλησε και δεύτερη φορά, οι εχθροί από απέναντι πρόσεξαν τους δύο απανωτούς πυροβολισμούς και πυροβόλησαν και αυτοί δύο φορές κατά εκείνο το μέρος που φάνηκαν οι αρχικοί πυροβολισμοί. Έτσι, δύο βόλια πήραν τον Γκούρα στο κεφάλι και πέθανε ακαριαίως. 

Όπως και να έχει ο Γκούρας ήταν νεκρός και οι στρατιώτες του τον τύλιξαν με μια κάπα και τον πήγαν στο Ερεχθείο. Την επόμενη ημέρα ανοίξανε έναν λάκκο μπροστά στον Παρθενώνα και εκεί τον έθαψαν. Η γυναίκα του η Ασήμω, σύμφωνα με την παράδοση είπε, τότε: «Τι τόνε κλαίτε; Λησμονάτε πόσα φαρμάκια τον εποτίσατε. Σεις σταθήκατε οι αίτιοι που σκοτώθηκε όπως γύριζε τις νύχτες μην τυχόν και φύγετε. Αν στ’ αλήθεια μετανιώσατε, ν’ αλλάξετε φέρσιμο και να καθίσετε να φυλάξετε το κάστρο. Αυτό μονάχα μας έμεινε στην Ρούμελη. Ο άντρας μου σκοτώθηκε, μα εγώ θα πάρω τ’ άρματά του και θα μπω στον τόπο του να πολεμήσω. Ορκιστείτε στο εικόνισμα που είναι στο στήθος του σκοτωμένου». Πήρε τότε το σπαθί του Γκούρα και στρέφοντάς το στην εικόνα του Χριστού, μαζί με το ιερό Ευαγγέλιο που κρατούσε, τους προσκάλεσε όλους να δείξουν πειθαρχία. Από εκεί και μετά όλοι σέβονταν σαν αρχηγό τους την Γκούραινα.

Η προφητεία του Γκούρα

Ο Γκούρας σκοτώθηκε την νύχτα της 30ης Σεπτεμβρίου προς 1η Οκτωβρίου 1826. Λίγες μέρες πριν είχε πει στην γυναίκα του: «Αν πεθάνω, κοίτα να φυλάξεις την τιμή μου, και τότε ο Θεός θα σε σώσει. Σου εύχομαι να απολαύσεις όλα αυτά που σου αφήνω με τη διαθήκη μου. Αν όμως φανείς άπιστη και με ξεχάσεις γρήγορα, ο Θεός θα σε στείλει αμέσως κοντά μου».

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε το εξής περιστατικό που ιστορείται με πρωταγωνιστή τον Καραϊσκάκη και τον Νίκο Κριεζιώτη και φημολογείται ότι ο Καραϊσκάκης εκμεταλλεύθηκε σαν δόλωμα την Ασήμω και τα χρήματα που άφησε ο Γκούρας, για να καταφέρει τον Κριεζιώτη να πάει στην πολιορκημένη Ακρόπολη και να εντείνει την άμυνα της: Έτσι, λοιπόν, όταν έμαθε ο Καραϊσκάκης ότι πέθανε ο Γκούρας μαζεύει όλους τους στρατιώτες του και λέει: «Το κάστρο της Αθήνας κινδυνεύει. Αν πέσει και αυτό οι Τούρκοι θα έχουν δικιά τους όλη την Ρούμελη. Μονάχα από μας ελπίζει η σωτηρία του. Θα είναι ντροπή να το αφήσουμε να χαθεί. Σκέφτομαι ότι πρέπει να πάει κάποιος που έχει δικό του απόσπασμα. Δύο βλέπω πως θα τα καταφέρουν. Εγώ ή ο καπετάν Νίκος Κριεζιώτης. Και είναι πιο καλός ο Νίκος, γιατί γνωρίζει τον τόπο και τους ανθρώπους του»

Ο Κριεζιώτης του αποκρίνεται ότι: «εγώ αρμόζει να πάω καθώς αν χαθώ εγώ μικρό το κακό, ενώ αν χαθείς εσύ εξαφανίζεται η Επανάσταση.»

Ενθουσιάζεται τότε ο Καραϊσκάκης, τον βαράει στον ώμο και πιάνει τα καλαμπούρια (ή αν αναλογιστούμε την συνέχεια μπορούμε να πούμε πως μίλησαν τα προφητικά λόγια της εμπειρίας): «Αδελφέ, εσύ επιβάλλεται να πας, διότι εισερχόμενος στην Ακρόπολη θα πάρεις για γυναίκα σου την νταλιάνα (*) του Γκούρα και το βιός του. Αν πάω εγώ, σκιάζομαι ότι δεν θα με θέλει εμένα τον καχεκτικό και θα αρπάξει κανέναν άλλον παλληκαρά. Εσένα, όμως, που είσαι νέος και νταβραντισμένος, θα σε λιγουρευτεί (και του κλείνει το μάτι). Άιντε, ορέ λιοντάρι μου, πήγαινε και θα τα καταφέρεις».

Δεν πέρασαν δεκατρείς μέρες από τον θάνατο του Γκούρα και η Ασήμω Γκούραινα αρραβωνιάστηκε με τον Νίκο Κριεζιώτη. Βέβαια για να είμαστε απολύτως έγκυροι ιστορικά η ιστοριογράφος Μάντυ Δ. Δασκαλοπούλου στηριζόμενη προφανώς στα γραφόμενα της άλλης ιστοριογράφου Σωτηρίας Αλιμπέρτη λέει ότι ο Σουρμελής γράφει πως ο Αναγνώστης Λιδωρίκης γύρεψε να συνάψει καινούργιο συνοικέσιο της αδερφής του με τον Κριεζιώτη. Η Γκούραινα συναίνεσε και την κακολογεί ότι πάει για καινούργιο γάμο όταν δεν έχουν παρέλθει ούτε τρείς μήνες από τον χαμό του Γκούρα. Τα αυτά επιβεβαιώνει και ο Κυριάκος Σκιαθάς (και εγώ), δηλαδή ότι ο Σουρμελής υποστηρίζει πως η Ασήμω αρραβωνιάστηκε τον Κριεζιώτη. Συμπληρώνει δε πως ο Καραϊσκάκης έστειλε τον Κριεζιώτη μέσα στην Ακρόπολη επειδή ήξερε το ενδιαφέρον του για την Γκούραινα. Ακόμη, ο Σκιαθάς στηριζόμενος στον Γιάννη Βλαχογιάννη επικυρώνει ότι η ενέργεια αυτή του Καραϊσκάκη ήταν «δόλωμα» προς τον Κριεζιώτη. Ωστόσο, ο Χ. Βυζάντιος, που πολέμησε με τον τακτικό στρατό στην Ακρόπολη, λέει ότι είναι ψέμα πως η Ασήμω πήγαινε για άλλο γάμο και ότι ο Σουρμελής είχε συκοφαντήσει όλους τους Αθηναίους. Τέλος, προσθέτει ότι δεν αποκλείεται ο αδερφός της Γκούραινας να προχώρησε στο συνοικέσιο με τον Κριεζιώτη χωρίς να την ρωτήσει. Αξίζει να προσθέσουμε βέβαια ότι και άλλοι ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι η Γκούραινα αρραβωνιάστηκε με τον Κριεζιώτη, ανεπίσημα.

[Σχόλιο: Αλλά μπορεί και αυτοί να αναπαράγουν το ψέμα που υποστήριξε ο Σουρμελής. Έτσι, δυστυχώς, συμβαίνει στην ιστοριογραφία. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει μερικά καρκινώματα τα οποία με παντελή έλλειψη ιστορικής ευθύνης υποστηρίζουν ανυπόστατα ψέματα τα οποία δεν συνάδουν με την ιστορική αλήθεια. Δυστυχώς αυτά τους τα ψέματα μετά αναπαράγονται. Προσωπικά, αν και θεωρώ ότι οι προσωπικές γνώμες δεν συνάδουν με την σοβαρή ιστοριογραφική έρευνα, δεν πιστεύω τυφλά τα λεγόμενα του Σουρμελή. Ο «ιστοριογράφος» αυτός αν και μαρτυρείται πως ήταν αυτόπτης μάρτυρας προσώπων και γεγονότων - άρα πιστεύουμε, με μια πρώτη σκέψη, ότι τα λεγόμενά του είναι έγκυρα – είναι αδιάψευστο ότι «έφτιαξε» την ιστορία όπως τον βόλευε. Ή πιο σωστά όπως θα βόλευε κάποιους γνωστούς - άγνωστους κυβερνώντες. Αυτό δεν το γράφω ελαφρά τη καρδία. Το σκέφτηκα πάρα πολύ πριν καταλήξω ότι θέλω να το γράψω. Θα παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από τα λεγόμενα ενός εκ των σημαντικότερων στρατηγών της Ελληνικής Επανάστασης. Έτσι, λοιπόν, λέει ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του (Βιβλίο 3ο, Κεφάλαιο 4ο): «…Βάνει κι’ ο Κωλέτης τον Σουρμελή, στενόν φίλον του Γκούρα και της φατρίας τους, και φκειάνει ’στορίαν και κατηγοράγει ασυστόλως τον Δυσσέα, τον οχτρό του Κωλέτη, κ’ εγκωμιάζει πολύ τον Γκούρα και τους φίλους του. Με τέτοια αρετή γένεται ’στορία; Να μην του ειπής και τα καλά του και τα κακά του κάθε ενού, αλλά παθητικώς; Ρωτάτε πότε ήρθε αυτός από την Κωσταντινόπολη, ποιους είχε φατρία, τι διαγωγή έχει δείξη. Εις του κάστρου της πολιορκίες, αν οι φίλοι του έκαμαν ένα, το κάνει πενήντα·…»6 Το γεγονός ότι ο Σουρμελής κατηγορεί σε πολλά τον Ανδρούτσο επιβεβαιώνεται από πολλούς ιστορικούς.]

Όλα τα ανωτέρω βέβαια δεν αναιρούν ότι λίγους μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα την νύχτα της 12ης (ή 27ης) Ιανουαρίου 1827, στις δύο τη νύχτα, από τα βλήματα των κανονιών γκρεμίστηκαν δύο κολώνες του Ερεχθείου. Στην σκεπή υπήρχε πολύ χώμα για να προφυλάσσεται το οίκημα από τις μπάλες των κανονιών. Τότε έπεσε η οροφή. Μέσα βρισκόταν η Ασήμω με πολλές άλλες ψυχές: η Ασήμω, η αδερφή της Μαρία, γυναίκα του αγωνιστή Γιώργου Κάρμα, τα τέσσερα κορίτσια της Μαρίας και ο γιός της Θανάσης, ο ψυχογιός του Γκούρα Λεονάρδος, μια ανιψιά του Γκούρα Αντωνέλλα, δύο άλλα ανίψια του και μια Τουρκάλα δουλεύτρα. Επίσης, η γυναίκα του Αντρέα Ζαγκανά και μια Αράπισσα πρόλαβαν να φύγουν από ένα παράθυρο. Ακόμη, σώθηκε ο Θανάσης Κάρμας, ο υπηρέτης της Γκούραινας Καπνόριζας, και ένα παιδί που είδαν το κεφάλι του και το έβγαλαν. Οι υπόλοιποι πέθαναν. Με τον χαλασμό που προκλήθηκε κατέρρευσε η στέγη και τους πλάκωσε. Ο θάνατος τους βρήκε στον ύπνο. Δεν τους πλάκωσε κανένα μάρμαρο της σκεπής, μα το πολύ χώμα που βρισκόταν στην οροφή και έτσι έπαθαν ασφυξία. Λέγεται πως αν τους ξεθάβανε αμέσως θα τους έσωζαν. Το σώμα της Ασήμως, όταν το βρήκαν, ήταν ακόμη ζεστό και είχε ιδρώσει γιατί ήταν σκεπασμένη με την κουβέρτα. Αναφέρεται, από τον Κάρμα σύμφωνα με τον Γ. Βλαχογιάννη, πως στον θάνατό τους φταίει ο Μαμούρης (**) καθώς περικύκλωσε το Ερεχθείο με τους πολεμιστές του και δεν άφησε να σκάψουν το βράδυ για να τους βγάλουν παρά μόνο αργά το επόμενο πρωί. Το σπίτι ήταν γεμάτο θησαυρούς και αυτός ήταν ο κληρονόμος. Φοβόταν μήπως κάποιος κλέψει τους θησαυρούς [με όποιον δάσκαλο καθίσεις…].  Όταν πέθανε και η Γκούραινα, ο ανιψιός της Ασήμως, Θανάσης Κάρμας, σώθηκε από την κατεδάφιση του Ερεχθείου και όταν συνήλθε αναζήτησε την δεύτερη διαθήκη του Γκούρα, που σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τον έκανε μοναδικό κληρονόμο. Επίσης, έγραφε μέσα τους θησαυρούς του Γκούρα και τα μέρη που τους έχει κρύψει. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κάρμας την φύλαγε μέσα σε μια παλάσκα και μ’ αυτήν κοιμόταν πάντα. Ο Σουρμελής ρίχνει τις ευθύνες για την εξαφάνισή της στον Αναγνώστη Λιδωρίκη. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, όμως, στηριζόμενος στις μαρτυρίες που άφησε ο ίδιος ο Κάρμας, λέει πως την διαθήκη την πήγαν στο σπίτι του Μαμούρη και την πήρε αυτός. Άλλη πάντως διαθήκη δεν βρέθηκε και από τότε ξεκίνησε ένας δικαστικός αγώνας γιατί ο Λιδωρίκης ήθελε να «προσβάλει» την διαθήκη για να λάβει το μερτικό της αδερφής του και ο Κάρμας να την ακυρώσει εντελώς. Επίσης, έγινε δίκη εναντίον του Μαμούρη από άλλους συγγενείς και κληρονόμους του Γκούρα. Πάντως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για να γυρίσουμε στην Γκούραινα, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν αληθεύει ο αρραβώνας με τον Κριεζιώτη πως επαληθεύτηκε η «προφητεία» του Γκούρα που της είχε πει λίγες μέρες νωρίτερα.

Υποσημειώσεις:

(*) Το Νταλλιάνα βγαίνει από το νταλλιάνι που ήταν ένα μακρύ και στενό ντουφέκι, ιταλικής προέλευσης, εκείνης της εποχής. Η Ασήμω ήταν μια ψηλή και όμορφη γυναίκα και έτσι ο Καραϊσκάκης (ή ο Πανουργιάς) της κόλλησε αυτό το παρατσούκλι. Μάλιστα, της έγραψαν και τραγούδι:

«Νταλλιάνι είναι στον πόλεμο,

κι αρσίκι στο σημάδι

και καριοφύλι στη βροντή

σαν άξιο παλικάρι…»

(**) Ο Ιωάννης Μαμούρης ήταν πρώτος ξάδερφος του Γκούρα και τον ακολουθούσε σχεδόν σε όλες τις μάχες. Όταν ο Γκούρας έγινε φρούραρχος, τον έκανε υποφρούραρχο και μάλιστα όταν ο Γκούρας έφυγε για να καταδιώξει τον Ανδρούτσο, τον άφησε στο πόδι του. Ήταν και αυτός ένας μικρός τύραννος. Ο Μαμούρης ήταν αυτός που σκότωσε τον Ανδρούτσο, κατόπιν εντολής του Γκούρα. Ήταν σαν να λέμε ο αντικαταστάτης του. Όταν πέθανε ο Γκούρας είχε αφήσει διαθήκη με την οποία τον καθιστούσε κληρονόμο του με την υποχρέωση να λέγεται Ιωάννης του Γκούρα. Έτσι υπογράφει σε πολλές επιστολές της μετά την Επανάσταση εποχής.

Παραπομπές:

1) Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήνα, Εκδόσεις Αρχιπέλαγος, 2010, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κατσώνη, Τόμος 2, ISBN: 978-960-7911-76-6, σ. 9

2) Δεν ισχύει αυτό. Πολλές φορές οι ξένοι σφάλουν σε ημερομηνίες αλλά και τόπους.

3)  Δεν ισχύει αυτό. Πολλές φορές οι ξένοι σφάλουν σε ημερομηνίες αλλά και τόπους.

4) Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ‘21 / συμβολή στην έρευνα, Αθήνα, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021, ISBN: 978-618-5333-83-6, σ.σ. 173-174

5) Σούλα Ροδοπούλου, Οι άσημες και οι ταπεινές του 21, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2012, ISBN: 978-960-289-125-4, σ. 27

6) Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη/Γ4 - Βικιθήκη (wikisource.org) (https://el.wikisource.org/wiki/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7/%CE%934)

Βιβλιογραφία-Πηγές:

1) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Α’, ISBN ΤΟΜΟΥ Α΄: 978-618-5519-24-7, Λήμμα: «Γκούρας Ιωάννης», σ.σ. 393-397

2) Γιάννης Γρυντάκης-Γιώργος Δάλκος-Άγγελος Χόρτης-Έκτορας Χόρτης, Όσα δεν γνωρίζατε για την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2016, ISBN: 978-618-03-0651-4, σ.σ. 162-164

3) Γιάννης Β. Παπαναστασίου, Εύθυμα και σοβαρά των πρωταγωνιστών του 1821, Αθήνα, Εκδόσεις Σαΐτης, 2021, ISBN: 978-960-487-438-5, σ.σ. 65-68

4) Μάντυ Δ. Δασκαλοπούλου, Γυναίκες της Φωκίδας στην Επανάσταση του 1821, Άμφισσα, Σύλλογος γυναικών Φωκίδας, 2020, σ.σ. 43-48

5) Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821, Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε., 2018, Τρίτη έκδοση, Τόμος Τρίτος, ISBN: 978-960-208-873-9, σ.σ. 442-444

6) Έλενα Νταβλαμάνου-Αθανασία Ελευθερούλη, Ηρωϊκά πρόσωπα της Ελληνικής Ιστορίας-Αγωνίστριες του 1821, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Γράφημα, 2021, Τόμος Α’, ISBN: 978-618-5494-38-4, σ.σ. 56-58

7) Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, Αι ηρωΐδες της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1933, σ.σ. 425-460

8) Η συμμετοχή των γυναικών στην Επανάσταση του 1821 - Μέλαθρον Οικουμενικού Ελληνισμού (gnl.gr) (https://gnl.gr/2021/04/i-symmetochi-ton-gynaikon-stin-epanastasi-toy-1821/)

9) Γιάννης Γρυντάκης-Γιώργος Δάλκος-Άγγελος Χόρτης-Έκτορας Χόρτης, Σαν σήμερα στην Επανάσταση του 1821, Μεταίχμιο, 2020, ISBN: 978-618-03-2518-8, σ. 27 και σ. 313

10) Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία ανέκδοτα-γνωμικά-περίεργα-αστεία εκ του βίου διασήμων Ελλήνων 1820-1864, Αθήναι, Πατριωτική χορηγία Εμ. Α. Μπενάκη, 1927, σ. 164

11) Κυριάκος Σκιαθάς, Τα ερωτικά του ‘21, εκδόσεις διαπολιτισμός, 2019, για αυτή την έκδοση, Τα Νέα / ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ Α.Ε., Ειδική έκδοση για την εφημερίδα Τα νέα, 2022, Τόμος πρώτος, ISBN: 978-618-200-118-9, σ.σ. 165-176

12) Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος, «Ασήμω Γκούραινα – Η Ελληνίδα Φρούραρχος της Ακρόπολης Αθηνών», στο Σελίδες απ’ τη Φωκίδα, Εταιρεία Φωκικών Μελετών, Τεύχος 148, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2013, Κωδικός Εντύπου: 073730, ISSN: 1105-6215, σ.σ. 16 / 7516 – 19 / 7519

13) Μία σταγόνα ιστορία: Η διαθήκη του Γκούρα (newsit.gr) (https://www.newsit.gr/mia-stagona-istoria/i-diathiki-tou-gkoura/2947961/)

14) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Α’, ISBN ΤΟΜΟΥ Α΄: 978-618-5519-24-7, Λήμμα: «Γκούραινα», Σελ. 391-393

15) Χρήστος Βυζάντιος, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833, Εν Αθήναις, 1901, Έκδοσις Τρίτη, σ.σ. 173-174 και σ. 197

16) Χρήστος Ι. Βλασσόπουλος, Ημερολόγιον του Αγώνος, Αθήναι, Εκδοτικός οίκος Δημητράκου Α.Ε., 1930, σ. 279 και σ. 287

17) Μεταπτυχιακή εργασία: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Τομέας: Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής και Παγκόσμιας Ιστορίας, Θέμα: Οδυσσέας Ανδρούτσος, Ονοματεπώνυμο μεταπτυχιακής φοιτήτριας: Μενελαΐδου Τατιάνα, Ημερομηνία: 2013, Επιβλέπων καθηγητής: Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ημερομηνία Έγκρισης: 3-7-2013, σ. 71

18) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Γ’, ISBN ΤΟΜΟΥ Γ΄: 978-618-5519-26-1, Λήμμα: «Μαμούρης Ιωάννης», Σελ. 269-271

19) Αντώνιος Γεωργαντάς, «Βίος Ιωάννου Γκούρα», στο Παρνασσός, Εν Αθήναις, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, Εκ του τυπογραφείου Παρνασσού, Τόμος ΣΤ΄, 1882, σ.σ. 570-581 

20) Γιαν. Επαχτίτης, «Ιστορικοί γύροι – Ο Γκούρας και η Γκούραινα», στο Εφημερίς των κυριών, Αθήναι, Διευθύντρια: Καλλιρρόη Παρρέν, Περίοδος Β’, Έτος 24ον, 1 Ιουλίου 1910, σ.σ. 1254-1256

21) Τάκης Λάππας, Του Γιάννη Γκούρα η διαθήκη, στο Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο 1968-1969-1970, σ.σ. 25-29

22) Διονύσιος Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας Αγώνα αρχομένη από της Επαναστάσεως μέχρι της αποκαταστάσεως των πραγμάτων, Διηρημένη μεν εις βιβλία τρία, Εν Αιγίνη, Εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, 1834, Βιβλίον Γ΄ Κεφάλαιον Ε΄ και Βιβλίον Γ΄ Κεφάλαιον Ζ΄, σ.σ. 168-169 και σ.σ. 188-189

23) Φωτίου Χρ. Σταυρίδη, 1821 Η απάντηση στην «τηλεόραση», Αθήνα, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννης Χρ. Γιαννάκενας, 2015, Α΄ Έκδοση, Δ΄ ΤΟΜΟΣ Από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου έως η Ελλάς ανεξάρτητο κράτος, ISBN: 978-960-522-399-1, σ. 61

24) Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορικά ανέκδοτα και αξιοπερίεργα επιφανών Ελλήνων, Εκδόσεις «γνώση», Ιανουάριος 2012, ISBN: 978-960-235-836-8, σ.σ. 321-313

25) Γιάννης Μ. Γρυντάκης, Ελλήνων επιφανών θάνατοι-Από το τραγικό στο παράδοξο (1453-1941), Εκδόσεις Σαββάλας, 2009, ISBN: 978-960-449-905-2, σ.σ. 197-198

26) Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη/Γ4 - Βικιθήκη (wikisource.org) (https://el.wikisource.org/wiki/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7/%CE%934)

27) Χρήστος Α. Στασινόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Εκδόσεις Δεδεμάδη, 1979, για αυτή την έκδοση, Το Βήμα/ Άλτερ Έγκο Α.Ε., 2021, Τόμος Δ’, ISBN ΤΟΜΟΥ Δ΄: 978-618-5519-27-8, Λήμμα: «Σουρμελής Διονύσιος», σ. 272

28) Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ‘21 / συμβολή στην έρευνα, Αθήνα, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021, ISBN: 978-618-5333-83-6, σ.σ. 169-175

29) Σούλα Ροδοπούλου, Οι άσημες και οι ταπεινές του 21, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2012, ISBN: 978-960-289-125-4, σ.σ. 23-27

30) Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήνα, Εκδόσεις Αρχιπέλαγος, 2010, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κατσώνη, Τόμος 2, ISBN: 978-960-7911-76-6, σ. 9

 

Σημείωση: Αποσπάσματα της παρούσης μελέτης έχουν δημοσιευτεί στο εγκυρότατο περιοδικό «Νέα Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2024» και στο ηλεκτρονικό περιοδικό MAXMAG.

 

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Παναγιώτης Καρασαλής από Σάλωνα (Άμφισσα): Δύο πιστοποιητικά του αγώνα του ’21 που έρχονται πρώτη φορά στη δημοσιότητα

 

Πηγή: 25η Μαρτίου: Πώς φτάσαμε στην Επανάσταση του 1821 - Το παρασκήνιο και οι παράγοντες της εξέγερσης (protothema.gr)


Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής-Συγγραφέας-Αρθρογράφος

Τα τελευταία χρόνια, ασχολούμενος με την ιστορία του τόπου μας, ιδίως δε για την Επανάσταση του 1821 σε αυτήν, έχω αποκομίσει πολλές ενδιαφέρουσες γνώσεις. Ως απόρροια της παραπάνω ενασχόλησής μου σχετικά με τον τόπο μας επέλεξα να φέρω στη δημοσιότητα σήμερα, ίσως για πρώτη φορά, δύο πιστοποιητικά του αγωνιστή Παναγιώτη Καρασαλή από την Άμφισσα. Μέσα από αυτά τα πιστοποιητικά μπορούμε να αντλήσουμε σημαντικότατα στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του αγωνιστή αυτού. Ο Παναγιώτης Καρασαλής συμμετείχε από την αρχή του αγώνα υπό τις οδηγίες του Νάκου Πανουργιά. Δεν πρέπει επειδή αναφέρεται ότι συμμετείχε στη μάχη της Γραβιάς να συγχιστούμε και να τον κατατάξουμε στους εκλεισθέντες εντός του χανιού καθότι σε άλλα πιστοποιητικά υπογραφόμενα υπό του Νάκου Πανουργιά γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτός ο αγωνιστής δεν ήταν ανάμεσα σε αυτούς. Σε εκείνα τα πιστοποιητικά των άλλων αγωνιστών υπάρχει η φράση «μέσα στο χάνι» η οποία στα σημερινά πιστοποιητικά μας του Καρασαλή απουσιάζει. Άρα, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι βρισκόταν στη μάχη της Γραβιάς έξωθεν του χανιού. Στην περίφημη μάχη της Άμπλιανης ήταν ένας από τους τραυματισμένους (τα ονόματα των τραυματισμένων και των σκοτωμένων, τα οποία θα έρθουν και αυτά για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, θα τα βρείτε στην καινούργια μου μελέτη, που θα κυκλοφορήσει το προσεχές διάστημα και θα αναφέρεται στις μάχες Άμπλιανης, Πανάσσαρης και Σουβάλας). Τέλος, πολέμησε υπό τις διαταγές του Μακρυγιάννη και του Γιάννη του Γκούρα ήτοι του Ιωάννη Μαμούρη, εξαδέλφου του Γιάννη Γκούρα, ο οποίος μετά τον θάνατο του τελευταίου κράτησε το όνομά του όπως είχε αφήσει εντολή ο Γκούρας στη διαθήκη του. Ας απολαύσουμε τα πιστοποιητικά στα οποία διατηρείται η ορθογραφία της εποχής απλά μεταφέρονται στο μονοτονικό σύστημα γραφής. Εις το επανιδείν!

1ο πιστοποιητικό:

«Οι υποφαινόμενοι οπλαρχηγοί μαρτυρούμεν ενσυνειδότως ότι αφ’ ής άρχισεν ο υπέρ ελευθερίας ιερός αγών ο κύριος Παναγιώτης Καρασαλής έλαβε τα όπλα εις χείρας και ακολούθησεν τον μεν κ. Ν. Πανουργιάν από το 1821 μέχρι του 1825 και παρευρέθη εις τας μάχας της Χαλκωμάτας, της Γραβιάς, του Αετού, των Βασιλικών, της Άμπλιανης, εις των Πεντεορίων. Τον δε κ. Μακρυγιάννην από το 1825 μέχρι του 1827 και παρευρέθη εις τας μάχας του Νεοκάστρου, εν Ανάπλι Ναυπλίας, Χαϊδαρίου και Φαλήρου όπου και επληγώθη κατά τον δεξιόν πόδα. Και το κ. Ιωάν. του Γκούρα από το 1827 μέχρι της καταπάυσεως των πολεμικών δεινών.

Παρακαλούθει δε ως Μπουλουκτσής καθ’ όλον τούτο το διάστημα υπό την οδηγίαν μας έδειξε τον μεγαλύτερον ηρωϊσμόν και εφέρθει τιμιότατα.

Η ευσυνειδησία μας ταύτη χρέος δεν δυνάμεν ολιλογίαν ότι ο γενναίος και ευπειθείς ούτος της πατρίδος μαχητής επαξίως των εκδουλεύσεών του μένει εδώ την αναγκαίαν αμοιβήν αφού τοσάκις δια εγγράφου πιστοποιούμεν τους αγώνας και θυσίας του.

Κατ’ αίτησιν λοιπόν του ειριμένου κ. Καρασαλήν δίσομεν το παρόν μας υπογραφέν αποδεικτικόν εις χείρας του δια να του χρησιμεύσει όπου οιδεί.

Εν Αθήναις την 16 Φεβρουαρίου 1837.

[Υπογραφές]

Μακρυγιάννης

Ν. Πανουργιάς

Ιωάννης του Γκούρα»

2ο πιστοποιητικό:

«Πιστοποιώ ο υποφαινόμενος ότι ο υπολοχαγός Παναγιώτης Καρασαλής αμφισσεύς, άμα ήρχισεν ο υπέρ ανεξαρτησίας της ελλάδος αγών, έλαβε τα όπλα και κατετάχθη υπό την οδηγίαν μου εχρημάτισε δε υπ’ εμέ από τα 1821 μέχρι του 1825 και ήτον εις των αξιωματικών μου ονομασθέντων τότε Μπουλουξίδων έχων μεταυτού ικανόν αριθμόν στρατιωτών.

Καθ’ όλον το διάστημα της υπ’ εμέ υπηρεσίας του παρευρέθη εις τας μάχας της χαλκομάτας, της Γραβιάς, του αετού, των βασιλικών, της άμπλιανης (όπου και επληγώθη εις τον αριστερόν βραχίονα), των πέντε ορίων και εις πολλάς άλλας συγκροτηθήσας κατά την ανατ. ελλάδα.

Εις όλας τα μάχας έδειξε την μεγαλυτέραν γενναιότητα και πάντοτε εφέροντο τιμίως, πιστώς εις τα χρέη του και μετά προθυμίας εις τας ανάγκας της πατρίδος.

Όθεν κατ’ αίτισίν του και του προς την πατρίδα εκδουλεύσεων και άκρας τιμιότητος και πειθαρχίας του δίδω το παρόν ιδικόν μου πιστοποιητικόν διά να του χρησιμεύσει όπου δει.

Εν αμφίσση την 23 Ιανουαρίου 1841

[Υπογραφές] Ν. Πανουργιάς

Εθεωρήθη το γνήσιον της υπογραφής του συνταγματάρχου Νάκου Πανόριαν

Εν αμφίσση την 15 Φεβρουαρίου 1841

ο Δήμαρχος Αφμίσσης

Παναγιώτης [δυσανάγνωστος]»

1ο Πιστοποιητικό

1ο Πιστοποιητικό


2ο Πιστοποιητικό

Πηγή: [GRGSA-CSA_PAO007.00.01.F000069] Φάκελος #069 - Αιτήσεις αγωνιστών (gak.gr) (http://arxeiomnimon.gak.gr/search/resource.html?tab=01&id=566369)


Χρονικό της δράσης του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα προεπαναστατικά και στην Επανάσταση του 1821

  ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογρ...