Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Χρονικό της δράσης του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα προεπαναστατικά και στην Επανάσταση του 1821

 



ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών


Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας ήρθε στον κόσμο γύρω στο 1778 στο κεφαλοχώρι της Φωκίδας, την Δεσφίνα. Ο πατέρας του ήταν ο παπά-Στάθης Παπαευσταθίου και μητέρα του η Αρχόντω, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ηλίας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ο νεαρός Ηλίας, είχε άλλα τέσσερα αδέρφια τα δύο εκ των οποίων έγιναν και αυτοί ρασοφόροι.

Καταρχάς, ο Ηλίας έμαθε τα πρώτα γράμματα στα Σάλωνα (Άμφισσα) από τον Καλόγερο-Δάσκαλο του Γένους Γεράσιμο Λύτσικα ύστερα από προτροπή του πατέρα του με σκοπό να ακολουθήσει το επάγγελμα του ιερέα. Το 1797 φεύγει και πηγαίνει στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου Δεσφίνας όπου θα διδαχτεί και άλλα γράμματα από τους δασκάλους του μοναστηριού. Μετά από ένα διάστημα σαν δόκιμος, έλαβε το μοναχικό σχήμα και μετονομάστηκε σε Ησαΐας. Διψώντας για περαιτέρω γνώση, ο Ησαΐας φεύγει και πηγαίνει στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά (σημερινής Βοιωτίας) όπου ήταν καλόγερος ο αδερφός του και ιερέας ένας θείος του. Εκεί, για λίγο, θα προσπαθήσει να τραβήξει ωσάν σφουγγάρι όση περισσότερη γνώση μπορούσε από το καλύτερο, τότε, σχολειό της Ρούμελης.

Εν τω μεταξύ, ένας δεσφινιώτικος μύθος λέει ότι ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων χρωστούσε την ζωή του στον πατέρα του Ησαΐα. Επομένως, είτε από επαλήθευση του μύθου είτε λόγω του ότι ο νεαρός Ησαΐας είχε ξεχωρίσει ανάμεσα στου υπόλοιπους καλόγερους, φεύγει από το μοναστήρι και πηγαίνει στα Γιάννενα. Εκεί, τίθεται υπό την προστασία του Αλή πασά και καταφέρνει να εισαχθεί στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων. Μετά από την φοίτησή του εκεί, το ανήσυχο για γνώση πνεύμα του Ησαΐα, ήθελε εξέλιξη. Συνεπώς, ο προστάτης του, Αλή Τεπελενλής πασάς, τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη για περαιτέρω σπουδές.

Στην Πόλη, ο Ησαΐας θα αποκτήσει γνωριμίες στο Πατριαρχείο και με τους Φαναριώτες. Χειροτονείται ιερέας και έρχεται σε μια πρώτη επαφή με τους Φιλικούς και την ιδέα της επανάστασης του ελληνικού γένους. Ιερέας τώρα πια ο Ησαΐας επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Δεσφίνα, και ο Αλή πασάς τον διορίζει διοικητή της περιοχής. Ταυτόχρονα με τα αξιώματά του ασχολείται με τα γράμματα και κάνει σημαντικές συμβολές στην γνώση της εποχής του.

Γεγονός αποτελεί ότι το 1818 ο Επίσκοπος Σαλώνων Ιωακείμ πεθαίνει αφήνοντας κενή την αρχιερατική του θέση. Ο τότε πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ γνωρίζοντας την προσωπικότητα του Ησαΐα αλλά και ύστερα από προτροπή του Αλή πασά διορίζει τον, περίπου σαραντάχρονο εκείνη την στιγμή, Ησαΐα στην θέση του Δεσπότη των Σαλώνων.

Ο Επίσκοπος, πλέον, Ησαΐας ήταν πνεύμα ανήσυχο. Επί των ημερών του έκανε τεράστιες αλλαγές στην Επισκοπή. Αρχικά μετέφερε την έδρα από το Χρισσό στα Σάλωνα όπου ίδρυσε και επισκοπείο. Στη συνέχεια ανακαίνισε το καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά (τότε ανήκε στην Επισκοπή Σαλώνων) και παραχώρησε τη μονή Παναγίας Σεγδίτσας στην μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας, σαν μετόχι της τελευταίας. Συγχρόνως στην δράση του συμπεριλαμβάνονται διάφορες λύσεις σε εκκλησιαστικά και πνευματικά ζητήματα της εποχής. Αναφέρεται ότι, ο Ησαΐας σαν Επίσκοπος, δεν έμενε λεπτό στην έδρα του αλλά όργωνε όλη τη Φωκική γη για να βοηθήσει τους αδυνάτους. Μοίραζε ότι είχε και δεν είχε στους ταλαιπωρημένους ραγιάδες. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να μην έχει ούτε δικά του άμφια και να χρησιμοποιεί αυτά του προκατόχου του για να ιερουργεί.

Αξίζει αναφοράς ότι, το έτος που ο Ησαΐας ανέβηκε στους βαθμούς της ιεροσύνης, ήταν και το έτος το οποίο μυήθηκε στο μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Έτσι, χρησιμοποιούσε τον εκκλησιαστικό βαθμό του για να ξεσηκώνει τους Έλληνες. Ο άμβωνας της εκκλησιάς έγινε πύρινο αναλόγιο στον βωμό της θυσίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι εκκλησιές της Επισκοπής του ήταν κέντρα κατηχήσεως στο μυστικό της αναγέννησης του γένους.

Είναι περιττό να τονιστεί ότι το ελληνικό χριστιανικό γένος είχε έναν αρχιερέα προστάτη και οργανωτή της επανάστασης. Ειδικότερα, ο οπλαρχηγός των Σαλώνων Πανουργιάς αποκαλούσε τον Ησαΐα «δεξί του χέρι». Είναι χρήσιμο να τονιστεί επίσης ότι ο Ησαΐας με προσωπικά του έξοδα αλλά και από δωρεές έφερνε όπλα από την Ευρώπη  και ετοίμαζε υλικά και πνευματικά το ποίμνιό του για τον αγώνα.

Στις αρχές του 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος καλεί τον Ησαΐα στην πόλη για να λάβει τις τελευταίες εντολές για την κήρυξη της επανάστασης. Για να μην κινήσουν υποψίες στους Οθωμανούς προφασίζονται κάποια προβλήματα του μοναστηριού του Οσίου Λουκά και έτσι ο Ησαΐας παίρνει μαζί του και τον ηγούμενο του μοναστηριού και τον αδερφό του Θεοδόσιο, που έτυχε τότε να είναι σύμβουλος του μοναστηριού. Στην Κωνσταντινούπολη δεν μένουν πολύ καιρό. Γυρνάνε πίσω στην Ρούμελη στις 11 Μαρτίου 1821 αφού αποβιβάστηκαν σ’ έναν αμπελώνα της μονής τους στην Αντίκυρα.

Έπειτα, ο Ησαΐας μεταβαίνει στον Όσιο Λουκά όπου τον περιμένει ο Θανάσης Διάκος. Γίνεται εσπερινός και μετά σύσκεψη των «κεφαλών» της μονής. Ο Ησαΐας στην σύσκεψη μεταφέρει τις εντολές από την Πόλη για την επανάσταση και δίνει τις τελευταίες οδηγίες. Τέλος, ορκίζει όλους τους αγωνιστές στο ευαγγέλιο.

Ύστερα, φεύγει για τα Σάλωνα. Εκεί τον περίμενε ο Γέρο-Πανουργιάς ο οποίος και αναλαμβάνει επικεφαλής των κινήσεων σε σύσκεψη που έγινε στο Αρχονταρίκι του Επισκόπου και έλαβαν μέρος όλοι οι προύχοντες των Σαλώνων. Έπειτα, μοιράζονται τα πολεμοφόδια. Ο Πανουργιάς επικοινωνεί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς των γύρω περιοχών για να συνεννοηθούν την σχεδόν ταυτόχρονη κήρυξη της επαναστατικής δράσης.

Μετά τις κινήσεις που ορίστηκαν στο συμβούλιο, ο Γέρο-Πανουργιάς «πιάνει» το μοναστήρι του Προφήτη Ηλίας Παρνασσίδος με το σώμα αγωνιστών του. Όλοι περιμένουν το σύνθημα. Στις 23 Μαρτίου ο Πανουργιάς πληροφορείται πως η Πάτρα, την προηγούμενη, είχε ξεσηκωθεί. Έτσι, αποφασίστηκε ο αγώνας άμεσα. Στις 24 (ή 25) Μαρτίου 1821, ο Δεσπότης των Σαλώνων Ησαΐας κάνει Δοξολογία και ορκίζει τους αγωνιστές και τους προεστούς.

Με άλλα λόγια, η επανάσταση είχε κηρυχθεί στην Φωκίδα. Αμέσως, ο Πανουργιάς στέλνει τον ανιψιό του Γιάννη Γκούρα στον Άγιο Γεώργιο, χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, για να συνεννοηθεί με τους εκεί κατοίκους και τους Γαλαξιδιώτες. Ο Παπαντριάς Κουκουβιστιανός και ο Θανάσης Μανίκας, γαμπρός και υποπλαρχηγός του Πανουργιά, κινούνται στα Βλαχοχώρια για να μαζέψουν αγωνιστές. Την 27η Μαρτίου 1821 ο Πανουργιάς με τους δικούς του επιτίθεται στα Σάλωνα. Ο Ησαΐας πηγαίνει την ίδια ημέρα στον Όσιο Λουκά όπου βρίσκει τον Διάκο και τον στρατό του.

Στον Όσιο Λουκά ο Ησαΐας ύστερα από σύσκεψη, βγήκε στο προαύλιο της μονής κρατώντας στο χέρι του μια πρόχειρη σημαία και φορώντας άπασα την αρχιερατική του στολή. Αφού όλοι μαζί ψάλανε το «Σώσον Κύριε τον λαόν σου» φίλησαν ένας-ένας το χέρι του Δεσπότη, ο οποίος τους ευλογούσε. Η Επανάσταση είχε κηρυχθεί σε Φωκίδα και Βοιωτία πλέον. Ο Δεσπότης Ησαΐας αφού μπήκε στο καθολικό της μονής άφησε την στολή του Επισκόπου και ενδύθηκε την φουστανέλα και σαν απλός στρατιώτης έφυγε για τα Σάλωνα όπου κατευθύνθηκε στον Προφήτη Ηλία για να συναντήσει τον Πανουργιά.

Στον Προφήτη Ηλία κάνουν μια μικρή δοξολογία και οι αγωνιστές αρχίζουν την πολιορκία των Σαλώνων. Ο Ησαΐας μένει στο μοναστήρι και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Μετά φεύγει και πάει στην Λειβαδιά. Εκεί, στις 31 Μαρτίου ο Διάκος καταλαμβάνει την ακρόπολη της πόλης. Τότε συστήνεται προσωρινή επαναστατική επιτροπή με μέλη τον Επίσκοπο Ησαΐα, τον Επίσκοπο Ταλαντίου Νεόφυτο και τον Μητροπολίτη Αθηνών Διονύσιο. Ημέρα επίσημης απελευθέρωσης της Λειβαδιάς ήταν η 1η Απριλίου 1821.

Μετά την ολιγοήμερη παραμονή του Ησαΐα στην πόλη της Λειβαδιάς, ο Δεσπότης επιστρέφει στα Σάλωνα. Στις 10 Απριλίου 1821 η πόλη των Σαλώνων απελευθερώνεται και από τα λάφυρα των Τούρκων εξοπλίζονται οι αγωνιστές. Αμέσως γίνεται στον Ναό των Αγίων Θεοδώρων αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, καίτοι η 10η Απριλίου ήταν ημέρα του Πάσχα.

Όλοι μαζί τότε οι αγωνιστές φεύγουν και πάνε στην πολιορκία της Υπάτης. Μαζί τους και ο Ησαΐας που ακολουθούσε το σώμα του Πανουργιά. Η πολιορκία της Υπάτης όμως δεν στέφεται από επιτυχία και τα σώματα των Πανουργιά, Δυοβουνιώτη και Διάκου, που έλαβαν μέρος, πάνε και στρατοπεδεύουν στους Κομποτάδες.

Αργότερα, ύστερα από σύσκεψη, αποφασίζεται οι Έλληνες να ανακόψουν την προέλαση των Οθωμανών στην γέφυρα της Αλαμάνας και την γύρω περιοχή. Ο Πανουργιάς με το σώμα του «πιάνει» την περιοχή γύρω από το χωριό Μουσταφάμπεη (σημερινή Ηράκλεια Φθιώτιδας). Ο ίδιος ο Πανουργιάς πιθανότατα ήταν στον ξεροπόταμο Ντούνο και στο μέρος της Χαλκωμάτας στα ριζά του όρους Καλλίδρομο. Ο Πανουργιάς έστειλε τον Παπαντριά Κουκουβιστιανό μαζί με τον Κομνά Τράκα μέσα στο χωριό. Ο Ησαΐας ακολουθούσε τον Πανουργιά στην Χαλκωμάτα. Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Ησαΐας μπορεί να μην ήξερε από πόλεμο όμως πρόσφερε κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Έδινε κουράγιο στους πολεμιστές όταν αυτοί έβλεπαν τον Δεσπότη τους πρώτο να ρίχνεται στην μάχη.

Την ώρα της μάχης οι εχθροί ανάγκασαν τον Δυοβουνιώτη να οπισθοχωρήσει. Το ίδιο και τους Σαλωνίτες του Πανουργιά. Ο Πανουργιάς αν και τελευταίος αναγκάστηκε και αυτός να υποχωρήσει επειδή λαβώθηκε. Ο Δεσπότης όμως Ησαΐας δεν άκουγε από λόγια. Φώναζε ότι «Ας πάει καθένας όπου θέλει. Εμένα εδώ με βάλανε, εδώ θα μείνω».

Ύστερα όμως αναγκάστηκε και αυτός και οπισθοχωρήσει. Ο αδερφός του παπά-Γιάννης και ένας ανιψιός τους είχαν πέσει ήδη νεκροί. Ο Ησαΐας προσπάθησε να ανηφορήσει όμως, λόγω της σωματικής του διάπλασης, δεν μπόρεσε να ανέβει το βουνό και στάθηκε. Τότε περνάει ο Μαρκόπουλος, έφορος του στρατού, και θέλοντας να τον βοηθήσει τον παίρνει στον ώμο του. Ο Ησαΐας τον παρακαλούσε «Άσε με παιδί μου και σώσε τον εαυτό σου ως πιο χρήσιμο». Εκείνος δεν άκουγε και όλο ανέβαινε την πλαγιά. Όμως, τελικά, δεν τα κατάφερε και άφησε τον Ησαΐα κοντά σε μια βρύση.

Όταν απομακρύνθηκε ο Μαρκόπουλος ήρθε ένας Δεσφινιώτης ονόματι Κελεπούρης καβάλα σε ένα άλογο και το έδωσε στον Ησαΐα. Στην αρχή ο Δεσπότης του έλεγε να το πάρει και να φύγει, όμως αυτός το παράτησε και άρχισε να τρέχει. Ο Ησαΐας πήγε σε μια πέτρα για να τον βοηθήσει να ανέβει στο άλογο. Ωστόσο, δεν πρόλαβε και τα αρβανίτικα σπαθιά του πήραν τη ζωή. Η βρύση εκείνη από τότε λέγεται «Δεσποτόβρυση».

Η μάχη είχε τελειώσει. Στην πομπή που μετέφεραν τον Διάκο, ο οποίος συνελήφθη ζωντανός, στην Λαμία, μπροστά πήγαιναν μερικοί Τουρκόγυφτοι οι οποίοι είχαν καρφωμένα σε παλούκια, κεφάλια των Ελλήνων. Σε ένα απ’ αυτά ήταν και του Ησαΐα και σε άλλο του αδερφού του παπά-Γιάννη. Την άλλη μέρα, που οι «μουρτάδες» σούβλισαν τον Διάκο, γύρω του είχαν στήσει αυτά τα κεφάλια και σε καθένα είχαν κολλήσει την ειρωνική επιγραφή «καπετάνιος».

Με αυτόν τον τρόπο οι δύο αχώριστοι εν ζωή αγωνιστές, Ησαΐας και Διάκος ήταν μαζί και στον θάνατο αφού η παράδοση της περιοχής της Λαμίας αναφέρει ότι οι Ασιάτες Τούρκοι που ήταν «υπεύθυνοι» για το τέλος του Διάκο, έριξαν τα κεφάλια και το σώμα του θαρραλέου αγωνιστή σε κάποιο βρωμόρεμα της περιοχής. Ας αναπαυτούν εν ειρήνη, όπου και αν βρίσκονται σήμερα, οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού στην Ρούμελη!

Επίλογος

Όλα τα ανωτέρω αποτελούν τα πιο σημαντικά στοιχεία της ζωής του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα. Ακόμη περισσότερα για τη ζωή και τη δράση του μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο μου «Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας». Το εν λόγω πόνημα αφορά μια ξεχασμένη προσωπικότητα της εθνεγερσίας του 1821. Είναι η αναλυτική βιογραφία του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα στηριγμένη σε όσες περισσότερες διαθέσιμες πηγές μπόρεσαν να συγκεντρωθούν κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Κάθε πρόταση είναι βιβλιογραφικά τεκμηριωμένη και το βιβλίο παρέχει πληροφορίες για την άγνωστη μορφή του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα που αν και ήταν ο πρωτεργάτης της επανάστασης του 1821 στη Ρούμελη, έχει παραγκωνιστεί από τους περισσότερους σημερινούς ιστοριογράφους. Το βιβλίο προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φωκίδος κκ. Θεόκτιστος. Αν το επιθυμείτε επικοινωνήστε μαζί μου στο email: hliasthanos2001@gmail.com. Διατίθεται και ποσότητα βιβλίων σε συλλόγους. 

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Χρονικό της δράσης του κλεφταρματολού Γιάννη Ξυλικιώτη

 


Ειδικό βραβείο διηγήματος από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών το 2025 (βλέπε:  https://ellineslogotexnes.gr/wp-content/uploads/2025/11/237-ok.pdf)

Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Ο Γιάννης Ξυλικιώτης γεννήθηκε στο χωριό Ξυλικοί της Λοκρίδας μεταξύ 1715 και 1723. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Ζώτος, αλλά έμεινε στην Ιστορία γνωστός ως Γιάννης Ξυλικιώτης, δηλαδή ο Γιάννης από τους Ξυλικούς. Ο Γιάννης μεγάλωσε στο χωριό του και γαλουχήθηκε με τα διδάγματα της λευτεριάς έχοντας ως πρότυπό του τους κλεφταρματολούς που δρούσαν στην περιοχή ανενόχλητοι λόγω του ορεινού και δασώδους αυτής.

Ήταν ένας νέος με όμορφα χαρακτηριστικά. Ψηλός, αδύνατος και με μαύρα μακριά μαλλιά γεμάτος δύναμη και αποφασιστικότητα. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τους λόγους που τον οδήγησαν από μικρό να φύγει από το χωριό του και να ακολουθήσει τον βίο του κλεφταρματολού. Διάφορες υποθέσεις έχουν ακουστεί κατά καιρούς με πιο επικρατέστερη ίσως αυτή της τιμής. Ότι δηλαδή ο Γιάννης «βγήκε στο κλαρί» για λόγους τιμής.

Εκείνη την εποχή, η Ρούμελη, ήταν γεμάτη από νέους αλλά και γηραιότερους αγωνιστές, οι οποίοι δεν άντεχαν την καταπίεση της σκλαβιάς και είχαν καταφύγει στα βουνά πολεμώντας τον Τούρκο κατακτητή. Κατσώνης, Βλαχοθανάσης και Ανδρέας Βερούσης (Ανδρούτσος) είναι μόνο ελάχιστοι από αυτούς και οι σημαντικότεροι με τους οποίους θα συνεργαστεί ο Γιάννης Ξυλικιώτης.

Ο Γιάννης Κατσώνης ή Βρυκόλακας κράτησε πρώτος το αρματολίκι των Σαλώνων στις αρχές του 18ου αιώνα. Μετά τη νικηφόρα μάχη στη Βουνιχώρα, τη συντριβή του τουρκικού στρατού στη Βίδαβη και τον αποκεφαλισμό του δερβέναγα του Λιδωρικίου από τον ίδιο τον Βρυκόλακα, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να τον διορίσουν αρματολό Σαλώνων και Λιδωρικίου, δίνοντάς του τον τίτλο του «Έξαρχου». Έτσι, με αυτό το αξίωμα, η εξουσία του Κατσώνη απλωνόταν από το Λιδωρίκι και το Μαλανδρίνο έως τη Λειβαδιά.

Ο Μήτρος Βλαχοθανάσης γεννήθηκε το 1695 στη Βουνιχώρα Παρνασσίδας. Το 1755 αναλαμβάνει το αρματολίκι του Μαλανδρίνου και ύστερα από λίγο μένει ο μόνος αρχηγός σε όλα τα αρματολίκια. Μαζί του παίρνει και τον μικρό Ανδρέα Βερούση σε ηλικία 15 ετών τον οποίο είχε σαν γιό του. Ο Ανδρέας Βερούσης σε ηλικία 25 ετών έχει δική του ομάδα αποτελούμενη από 300 άνδρες με λημέρι του την κορυφή του Παρνασσού, Λιάκουρα. Το 1769 κατέβηκε στον Μοριά για να βοηθήσει στην Επανάσταση του Ορλώφ. Μετά το 1771, όταν και θα σκοτωθούν ο Βλαχοθανάσης και ο Ξυλικιώτης, θα μείνει ο μοναδικός αρχηγός στη Ρούμελη, αναγνωρισμένος απ’ όλους. Θα πεθάνει το 1797 στην Κωνσταντινούπολη μέσα στη φυλακή. Αυτά τα λίγα έτσι παρενθετικά για τους τρεις σπουδαιότερους συναγωνιστές του Γιάννη Ξυλικιώτη.

Ο Γιάννης Ξυλικιώτης αξίζει να τονίσουμε πως όταν έφυγε από το χωριό του ενώθηκε με τους άνδρες του Βρυκόλακα, που κυριαρχούσε, όπως είπαμε, στην περιοχή της Ρούμελης. Ο Ξυλικιώτης γρήγορα θα αποδείξει την παλληκαριά του και θα γίνει αρχηγός μικρής ομάδας αρματολών, δηλαδή μπουλουκτσής. Πολεμά τους κατακτητές από τη Λειβαδιά και τη Μενδενίτσα ως τα Σάλωνα και ακόμα παραπέρα, στα Κράββαρα. Στα είκοσι του θα παρευρεθεί μαζί με άλλους κλεφταρματολούς στο σπίτι του καπετάνιου του Βρυκόλακα, όταν αυτός θα αφήνει την τελευταία του πνοή, για να πάρει την ευχή του. Ο Γιάννης Κατσώνης ορίζει για διάδοχό του, τον αδελφό της γυναίκας του, Κώστα Ζαχαριά ή Κωνσταντάρα, δίνοντάς του το χοντρό δαχτυλίδι με το έμβλημά του. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης θα πολεμήσει υπό τις διαταγές του έως το 1755 όταν και ο Κωνσταντάρας θα πεθάνει.

Ήταν μια περίοδος μεγάλης αιματοχυσίας και ταραχής καθώς οι Τούρκοι δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντάρα για διάδοχο του Κατσώνη. Έτσι, ο Κωνσταντάρας προέβαινε σε κάθε είδους αγριότητες εναντίον Τούρκων και Ελλήνων. Μετά τον θάνατό του, το αρματολίκι του μοιράστηκε. Αυτό των Σαλώνων το πήραν ο Λάμπρος Τσεκούρας και ο Βέργος Βλαχαρματάς, αυτό του Λιδωρικίου (Δωρίδας) ο Φλώρος Γιαταγάνας και εκείνο του Μαλανδρίνου ο Βλαχοθανάσης. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης συνεχίζει να πολεμά υπό τον Βλαχοθανάση. Οι Τσεκούρας και Βλαχαρματάς ανεξαρτητοποιήθηκαν από τους υπόλοιπους και έκαναν επιχειρήσεις μόνοι τους για μεγάλο διάστημα έως ότου από προδοσία έπεσαν στα χέρια των Τούρκων και σκοτώθηκαν. Όσοι από την ομάδα τους γλίτωσαν έφυγαν για την Αιτωλοακαρνανία. Στην ευρύτερη περιοχή έμειναν μόνο ο Βλαχοθανάσης και ο Ξυλικιώτης.

Το 1755 βγήκε κλέφτης στα βουνά και βρέθηκε στον νταϊφά του Βλαχοθανάση μαζί με τον παλιό κλέφτη Ξυλικιώτη και ο Ανδρούτσος. Σε ηλικία 25 ετών, το 1765, ο τελευταίος δημιουργεί δικό του σώμα αποτελούμενο από 300 άνδρες, όπως είπαμε και παραπάνω, και συνεργάζεται με τον Βλαχοθανάση και τον Ξυλικιώτη. Δρούσε τότε σε ολόκληρη την περιοχή της σημερινής Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας.

Ο Γιάννης Ξυλικιώτης την περίοδο που ξέσπασαν τα Ορλωφικά ξέρουμε ότι είχε το αρματολίκι της Αταλάντης και της Μενδενίτσας. Το 1770 μάλλον συναντήθηκε στο Δαδί με τον Ανδρούτσο - όπως μας αφηγείται γνωστό κλέφτικο τραγούδι - και συμφωνούν να λάβουν μέρος στην Επανάσταση. Έτσι, ο Ανδρούτσος κατέβηκε στον Μοριά για να πολεμήσει. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις κινήσεις του Γιάννη Ξυλικιώτη την περίοδο εκείνη. Ξέρουμε όμως πως αργότερα το 1770 - μετά τη μάχη στη θέση Μύτικας κοντά στο δρόμο προς Σάλωνα - ο Βλαχοθανάσης συναντιέται με τον Ανδρούτσο - που στο μεταξύ είχε γυρίσει, ως εκ θαύματος σχεδόν, από τον Μοριά - και τον Γιάννη Ξυλικιώτη και μαζί με τους υπόλοιπους καπεταναίους της περιοχής, φτιάχνουν ένα σώμα από εξήντα μόλις συντρόφους και μπήκαν στη Φθιώτιδα, όπου άρχισαν τις σφαγές και τις πυρπολήσεις των τούρκικων χωριών. Οι Τούρκοι αντέδρασαν με ισχυρές δυνάμεις και τους πολιόρκησαν σε ένα μοναστήρι των Βαρδουσίων - όπως μας σώζει κλέφτικο τραγούδι - απ’ όπου οι Έλληνες κατάφεραν να ξεφύγουν με γυμνά σπαθιά και πολλές απώλειες.

Ο Σελίμπεης, δερβέναγας των Σαλώνων, αγνοώντας τους κλεφταρματολούς και για να έχει το πάνω χέρι, διορίζει τον Γιάννη Λευκαδίτη, αρματολό της περιοχής, παραμερίζοντας τον Ανδρούτσο. Η αντίδραση των Βλαχοθανάση, Ανδρούτσου και Ξυλικιώτη ήταν πεισματώδης. Με τις ενισχύσεις των Δεδούση, Σουσμάνη, Βιδαβιώτη και Λιδωρικιώτη, αποφάσισαν να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις του Σελίμπεη στα Πεντεόρια. Στη φονική μάχη που ακολούθησε, έπειτα από πολλές απώλειες και πεισματώδη μάχη, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή προς τις Καρούτες και κλείστηκαν σε ένα ερημοκλήσι. Τρία μερόνυχτα πολεμούσαν και αφού είδαν ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να σωθούν αποφάσισαν να παραδοθούν. Στη μάχη είχε λάβει μέρος και ο ίδιος Σελίμπεης. Αφού ο τελευταίος και οι δικοί του παραδόθηκαν, εκλιπαρούσαν γονατιστοί τους οπλαρχηγούς να τους χαρίσουν τη ζωή με όποιο αντάλλαγμα. Οι οπλαρχηγοί και πρώτος ο Ανδρούτσος έδειξαν μεγαλοψυχία και τους άφησαν ελεύθερους, χωρίς λύτρα.

Οι κλεφταρματολοί συνέχισαν τη δράση τους έως και το φθινόπωρο του 1770 όταν και έδωσαν τη μάχη του Μαλανδρίνου, όπου έπεσαν οι Δεδούσης και Σουσμάνης ηρωϊκά μαχόμενοι. Μετά τη μάχη αυτή ο καθένας γύρισε στο χωριό του για το χειμώνα. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης πήγε στους Ξυλικούς μην γνωρίζοντας πως αυτή ήταν η τελευταία φορά. Ο γέροντας Βλαχοθανάσης (ήταν 75-76 χρονών) ανακοίνωσε στους συντρόφους του ότι θα πάει στο χωριό του για το χειμώνα και θα παραμείνει εκεί για να πεθάνει στην ησυχία.

Την άνοιξη του 1771 οι κλεφταρματολοί άφησαν τα χωριά τους και πήγαν στη Βουνιχώρα όπου συναντήθηκαν με τον Βλαχοθανάση για να αποφασίσουν τις κινήσεις τους. Οι κλεφταρματολοί αποφάσισαν να κινηθούν εναντίον του Μουχτάρ πασά της Ναυπάκτου επειδή ο τελευταίος τον χειμώνα που πέρασε είχε πιάσει τον ψυχογιό του Ανδρούτσου - που καταγόταν από την Ξυλογαϊδάρα - και τον είχε εκτελέσει απάνθρωπα. Ο Ανδρούτσος κατάφερε να πείσει τον γέρο-Βλαχοθανάση να τον ακολουθήσει. Οι κλεφταρματολοί Βλαχοθανάσης, Ανδρούτσος και Ξυλικιώτης έφυγαν από τη Βουνιχώρα και έφτασαν έξω από τη Ναύπακτο. Ο Μουχτάρ πασάς πήρε ένα επίλεκτο σώμα Τούρκων και κατευθύνθηκε να συναντήσει τους Έλληνες κλεφταρματολούς. Οι τελευταίοι απέφευγαν να τον αντιμετωπίσουν σε ανοικτό μέρος, ωστόσο υποχρεώθηκαν να δώσουν μάχη κοντά στο χωριό Γαυρολίμνη, δυτικά της Ναυπάκτου. Η μάχη φονικότατη κράτησε ώρες ολόκληρες χωρίς να γέρνει η νίκη σε καμία πλευρά.

Σε κάποια στιγμή της μάχης, ο Βλαχοθανάσης σηκώθηκε και τραβώντας το ξίφος του όρμησε να αναμετρηθεί σώμα με σώμα με τον Μουχτάρ. Ο Γιάννης Ξυλικιώτης βλέποντας τον καπετάνιο του να ορμά μόνος του εναντίον πολυάριθμου σώματος Τούρκων δεν δίστασε στιγμή και τον ακολούθησε ξιφήρης. Τα πυρά όλων των εχθρών στράφηκαν στους δύο άνδρες και τους σκότωσαν. Ο Βλαχοθανάσης τραυματισμένος βαρύτατα και καταλαβαίνοντας τον επερχόμενο θάνατό του, φώναξε στα παλληκάρια του: «Παιδιά, πάρτε μας τα κεφάλια και να ‘χετε την ευχή μου». Έτσι, άφησε την τελευταία του πνοή ο ήρωας Βλαχοθανάσης.

Από εκείνη την στιγμή ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους διεξήχθη σκληρός αγώνας γύρω από τα άψυχα σώματα των δύο αγωνιστών για το ποιος θα τα κατακτήσει. Ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του ήταν αποφασισμένοι ή να πεθάνουν ή να πάρουν τα άψυχα σώματα του Βλαχοθανάση και του Ξυλικιώτη. Μπροστά στη δύναμη των κλεφταρματολών το κέντρο του Μουχτάρ πασά άρχισε να κάμπτεται. Όταν όμως έφτασε ο δερβέναγας της Ναυπάκτου Μήτσο-Μπόνος με μεγάλη δύναμη ανδρών, οι κλεφταρματολοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και οι Τούρκοι τους κυνήγησαν για αρκετή ώρα. Οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στου Σκορδά το Χάνι. Οι νεκροί Τούρκοι ήταν αρκετοί όμως αυτοί κατάφεραν να πάρουν τελικά τα κεφάλια των Βλαχοθανάση και Ξυλικιώτη και άρχισαν να τα περιφέρουν θριαμβευτικά ανάμεσα στο πλήθος. Τελικά, τα πούλησαν μαζί με τα μοναδικά και πανάκριβα άρματα του Γιάννη Ξυλικιώτη στον μπέη των Σαλώνων έναντι μεγάλη αμοιβής. Ο μπέης ζώστηκε τα άρματα του Ξυλικιώτη και το κεφάλι του Βλαχοθανάση διέταξε να το καρφώσουν σε πάσσαλο και να το βάλουν πάνω σε σωρό ανθρώπινων ακαθαρσιών.

Μετά τη μάχη, ο Ανδρούτσος αναγνωρίστηκε αρχηγός από όλους τους κλεφταρματολούς της Στερεάς. Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι υπάρχουν πάμπολλα δημοτικά και κλέφτικα τραγούδια που θρηνούν τον χαμό του Γιάννη Ξυλικιώτη.

Αιωνία η μνήμη του!

Επίλογος

Το παρόν χρονικό στηρίχτηκε στο πρώτο και μοναδικό βιβλίο που έχει δημοσιευτεί για τον κλεφταρματολό Γιάννη Ξυλικιώτη. Αυτό δεν είναι άλλο από το βιβλίο του φίλου-μέντορά μου, εξαίρετου συγγραφέα και ανθρώπου, Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διομήδη Παναγιωτόπουλου από τους Ξυλικούς της Φθιώτιδας. Ο π. Διομήδης σε μια ολοκληρωμένη μελέτη παρουσιάζει τη ζωή και τη δράση του συντοπίτη του Γιάννη Ξυλικιώτη με τον γνωστό γλαφυρό λογοτεχνικό αλλά και έγκυρο ιστορικά λόγο του.


Χρονικό της δράσης του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα προεπαναστατικά και στην Επανάσταση του 1821

  ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογρ...