Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουβάλα Φωκίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουβάλα Φωκίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Οι βρύσες του χωριού - Πολυδρόσου Φωκίδας (Σουβάλας Παρνασσού) του Ηλία Χρ. Θάνου

 




Πολλές τον αριθμό

τρέχουν γάργαρο νερό.

Έχουν διάφορες ονομασίες

παλιότερα υπηρετούσαν δοξασίες.

Τόπος συνάντησης στα χρόνια τα παλιά

Τώρα χάνονται σιγά-σιγά!

Ο λόγος για τις βρύσες του χωριού

που μας χαρίζουν τη δροσιά του Παρνασσού.

Σε διάφορα σημεία στο χωριό

απ’ τις πλατείες μέχρι πάνω στο βουνό.

Άλλες πλέον έχουν στερέψει,

ενώ σε άλλες νομίζεις ότι το νερό θα θεριέψει.

Καλό θα είναι λοιπόν

να προσέξουμε και αυτές που είναι χρόνων πολλών

γιατί έχουν πολλές ιστορίες να διηγηθούν

όταν το νεράκι τους θα κερνούν.


Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Για τα 200 Χρόνια από τη «Μάχη της Σουβάλας» το 1824: Xρονικό της «Μάχης της Σουβάλας» καθώς και όλης της εκστρατείας του Δερβίς πασά

 



Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος

Η Ελληνική Επανάσταση το Καλοκαίρι του 1824 είναι αποδεκτό πως βρισκόταν σε ένα τέλμα. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος από τον οποίο μόλις είχε βγει το Ελληνικό Έθνος με άμεσες συνέπειες στις ελλείψεις τροφών και πολεμοφοδίων, είχαν εξουθενώσει τους Έλληνες στρατιώτες. Η περίφημη ιστορία του πρώτου Αγγλικού δανείου έδινε κάποιες ελπίδες αλλά, φούντωσε ξανά τα πράγματα όταν στα ταμεία του Ελληνικού δημοσίου δεν έφτασε παρά το μισό του μισού. Σε όλη αυτή την κατάσταση ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια του σατράπη της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Το σχέδιο προέβλεπε ότι οι Αιγύπτιοι θα επιτίθονταν σε Κρήτη, Κάσο, Ψαρά και Σάμο, διαλύοντας έτσι τις ναυτικές βάσεις των Ελλήνων και ύστερα θα κινούνταν εναντίον της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι από τη στεριά θα κινούνταν σε ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο και αφού διέλυαν κάθε επαναστατική εστία εκεί, θα περνούσαν απέναντι στην Πελοπόννησο για να ενωθούν με τον στρατό των Αιγυπτίων. Αρχιστράτηγος των Αιγυπτίων και ταυτόχρονα βαλής του Μοριά, ορίστηκε ο γιός του Μεχμέτ Αλή, Ιμπραήμ πασάς. «Ρούμελη βαλεσής» είχε διοριστεί ο περιβόητος Δερβίς πασάς του Βιδινίου, ο οποίος είχε προ ετών εξανδραποδίσει την Επανάσταση του Υψηλάντη στις Ηγεμονίες. Αυτός είχε διαταγές να ορίσει τον Ομέρ πασά Βρυώνη υπεύθυνο της επανάστασης Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος θα κατέπνιγε την Επανάσταση στην Ακαρνανία και θα κατευθυνόταν στη Ναύπακτο και τον Ομέρ πασά της Καρύστου να καταπνίξει την Επανάσταση στην Αττικοβοιωτία και να κατευθυνθεί και αυτός προς συνάντησή του. Ο ίδιος ο Δερβίς πασάς θα ασχολούνταν με την Επανάσταση σε Φθιωτιδοφωκίδα και θα κατευθυνόταν προς Ναύπακτο, αφού ανακαταλάμβανε τα Σάλωνα. Τέλος, υπό τις οδηγίες του είχε τον Γιουσούφ πασά Μπερκόφτσαλη και τον Αμπάζ πασά, οι οποίοι ήταν γνώριμοι των Ελληνικών στρατευμάτων από προηγούμενες Οθωμανικές εκστρατείες.

Όπως γίνεται πασιφανές ο Σουλτάνος αποφάσισε ότι θέλει να ξεμπερδεύει με την Επανάσταση των Ελλήνων και γι’ αυτό ανέθεσε τις εκστρατείες προς κατάπνιξη της σε Οθωμανούς στρατηγούς που είχαν πείρα στην κατάπνιξη εξεγέρσεων. Ο Δερβίς πασάς βέβαια ξεκίνησε κάπως απαισιόδοξα την εκστρατεία του. Όχι από άποψη ηθικού αλλά, τεχνικών δυσκολιών. Ενώ είχε εντολές να στρατολογήσει περίπου 30.000 άνδρες, αυτός μόλις που κατάφερε να μαζέψει 10-15.000 και μάλιστα όπως μαρτυρούν άνθρωποι της εποχής, ο στρατός του αποτελούσε συρφετό.

Ο Δερβίς πασάς κατερχόμενος από την Λάρισα πέρασε με άνεση το μισό Φθιωτικό πεδίο και στρατοπέδευσε στην περιοχή του Λιανοκλαδίου. Πρώτοι αντιλήφθηκαν την έλευση της νέας Οθωμανικής στρατιάς οι οπλαρχηγοί Μ. Κοντογιάννης και Σκαλτσοδήμος οι οποίοι και ενημέρωσαν τους υπόλοιπους αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση. Ο Δερβίς πασάς αποφάσισε να χωρίσει το σώμα του στα τρία. Ένα μέρος θα πήγαινε στα Βλαχοχώρια όπου εκεί αιχμαλωτίστηκαν 300 Ελληνικές οικογένειες, οι οποίες αργότερα θα απελευθερωθούν από τους Κοντογιάννη, Σιαφάκα και Σκαλτσοδήμο, ένα άλλο μέρος με τον μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών υπό τις διαταγές των Γιουσούφ πασά Μπερκόφτσαλη και Αμπάζ πασά, θα έπαιρνε την οδό Χαλκωμάτα-Μπράλος-Γραβιά και θα κατευθυνόταν προς Σάλωνα ενώ το τελευταίο σώμα με επικεφαλής τον ίδιο θα περίμενε στο στενό των Θερμοπυλών και θα λειτουργούσε σαν επικουρία του κυρίως σώματος επίθεσης.

Στο Ελληνικό στρατόπεδο τα πράγματα ήταν αρκετά οργανωμένα δεδομένων των συνθηκών. Ο Στορνάρης, ο Λιακατάς, ο Ράγκος, ο Φραγκίστας και άλλοι οπλαρχηγοί μαζί με ένα σώμα 3.000 παρέλαβαν νέες εντολές έτσι ώστε να βαδίσουνε προς τα Άγραφα. Ο Σκαλτσάς, ο Μήτσος Κατσικογιάννης, ο Ίσκος, ο Σιαφάκας, ο Βαλτινός, ο Καραϊσκάκης και άλλοι πήγαν προς το Μακρυκάμπι Λιδωρικίου. Στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα κινήθηκαν οι Νάκος Πανουργιάς, Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Γ. Δράκος και άλλοι με μια ισχυρή δύναμη και άμεση εντολή να ανακόψουν την προώθηση των Οθωμανών προς τα Σάλωνα. Τη δύναμη των ανωτέρω οπλαρχηγών ενίσχυσαν κατόπιν νεότερων εντολών ο Τζαβέλλας με τους Σουλιώτες και ο πελοποννήσιος Π. Νοταράς με 200 άνδρες. Τέλος, προς το Ζεμενό πήγε ο Ανδρούτσος, προς τη Ναύπακτο ο Ζαγγανάς, προς τον Ισθμό ο Ευμορφόπουλος, ενώ στην Αττική είχε διορισθεί αρχηγός ο Γκούρας. Έτσι, παρατηρούμε ότι η Στερεά Ελλάδα ήταν έτοιμη για τη νέα επίθεση. Αρχηγός των εν Κεντρική Ελλάδι σωμάτων είχε αναλάβει ο Νάκος Πανουργιάς (γιός του εκπορθητή των Σαλώνων Γέρο-Πανουργιά). Γενικός αρχιστράτηγος ήταν ο Γκούρας ο οποίος όπως είπαμε είχε κρατήσει την Αττική.

Ο Νάκος Πανουργιάς αποφάσισε, μάλλον ύστερα από προτροπή του πατέρα του, να ανακόψει την προέλαση των Τούρκων στην Άμπλιανη της Φωκίδας. Έτσι, και το στρατόπεδο σχηματίστηκε εκεί και άρχισαν οι προετοιμασίες. Ο Γιουσούφ πασάς βλέποντας ότι δεν μπορεί να κινηθεί προς τα Σάλωνα, γύρισε στον κάμπο της Γραβιάς και οργάνωσε εκεί το στρατόπεδό του.

Στις 8 Ιουλίου ένα σώμα υπό τον Αμπάζ πασά κατευθύνθηκε προς το Λιδωρίκι αλλά αναχαιτίσθηκε στη θέση Μπινίτσα από τον Σκαλτσά και τον Σιαφάκα. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η ενέργεια ήταν αναγνωριστική και άλλες ότι οι Οθωμανοί την έκαναν για να κλέψουν τροφές και άλλα εφόδια. Το τελευταίο βέβαια παρά την ήττα τους, το πέτυχαν.

Οι Έλληνες που βρίσκονταν στην Ανατολική Ελλάδα ήταν-δεν ήταν 1.000 με 1.500. Ο Νάκος Πανουργιάς αν και νέος στην ηλικία, ήταν ευφυέστατος και κατέστρωσε το σχέδιο αντιμετώπισης των Οθωμανών. Μάλλον τον συμβούλευσε και ο πατέρας του Γέρο-Πανουργιάς, όπως λένε μερικοί. Ο Ν. Πανουργιάς έκοψε κορμούς ελάτων και έφραξε τις διαβάσεις της Άμπλιανης με σκοπό να αχρηστεύσει το ιππικό των Τούρκων. Παράλληλα, έστησε 10 προμαχώνες στην Άμπλιανη και ήταν έτοιμοι για την επίθεση. Παράλληλα, κρατήθηκε ένα σώμα υπό τους Κομνά Τράκα και Γεώργιο Χαλμούκη στα ορεινά του Παρνασσού και της Γκιώνας προς ενίσχυση σε περίπτωση αδυναμίας.

Οι Οθωμανοί κινήθηκαν το βράδυ της 13ης Ιουλίου 1824 από τη Γραβιά και όπως γράφουν οι πηγές της εποχής «ξημερώθηκαν στου Σκανδάλη το Μνήμα» την 14η Ιουλίου 1824. Περίπου στις 8 η ώρα έφτασαν στην Άμπλιανη όπου αντιλήφθηκαν την ενέδρα των Ελλήνων. Χωρίστηκαν σε τρείς πτέρυγες. Η μάχη ήταν σφοδρή και κατέληξε σε συντριπτική ήττα των Οθωμανικών δυνάμεων. Οι Οθωμανοί έφυγαν άτακτα και οι Έλληνες τους κυνήγαγαν στα ρουμάνια της περιοχής σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν. Οι απώλειες για τους Οθωμανούς ανέρχονται, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές της εποχής, σε περίπου 2.500 με 3.000, εκτός των τραυματιών. Ενώ, οι Έλληνες είχαν μόνο 9 σκοτωμένους και 12 πληγωμένους. Ο απολογισμός της μάχης της Άμπλιανης ήταν μεγάλος και καταστρεπτικός για τους Οθωμανούς.

Αμέσως, μετά τα πράγματα κάπως πάγωσαν από την πλευρά των Οθωμανών καθότι όπως είναι γνωστό και από άλλες περιπτώσεις της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Οθωμανοί Στρατηγοί έπεφταν σε μελαγχολία όταν νικιούνταν κατά κράτος. Αυτό συνέβη και στην περίπτωσή μας. Οι Γιουσούφ πασάς Μπερκόφτσαλης και Αμπάζ πασάς δεν επιχείρησαν άλλη διέλευση προς Σάλωνα. Αν και κάποιοι ξένοι φιλέλληνες αναφέρουν ότι μπορεί να κινήθηκαν για Σάλωνα περί τα τέλη Ιουλίου μέσω του Παρνασσού, αποτυγχάνοντας βέβαια. Αυτή η διέλευση μάλλον δεν επιβεβαιώνεται.

Οι Οθωμανοί διέμεναν στην περιοχή της Γραβιάς αναμένοντας τις ενισχύσεις που θα καταφτάσουν σε αυτούς σε δύο τμήματα: το ένα 20 με 30 Ιουλίου και το δεύτερο στις αρχές Σεπτεμβρίου υπό τον Τουρκαλβανό Τσελιοπίτσαρη. Οι Έλληνες όμως ήθελαν να τους διώξουν από την περιοχή και γι’ αυτό παρακίνησαν τη μάχη της Πανάσσαρης. Κάποιοι από τους οπλαρχηγούς του Ελληνικού στρατοπέδου έδωσαν μάχη γύρω από το εγκαταλελειμμένο χωριό Πανάσσαρη και την ομώνυμη μονή της Παναγίας πιθανότατα στις 15 Σεπτεμβρίου 1824. Ήταν μια καθαρά ενοχλητική πράξη με σκοπό να διώξουν τους Οθωμανούς από την περιοχή τους. Ο νεοφερμένος Τσελιοπίτσαρης αποφάσισε να τους αντιβγεί μόνος του με τους Τουρκαλβανούς του. Φυσικά ηττήθηκε αυτή τη φορά χάρη στη γενναιότητα του Σουλιώτη Βασίλειου Δαγκλή, ο οποίος σκότωσε τον επικεφαλής των εχθρών και έτσι παρασυρόμενοι οι Οθωμανοί, από το σύνολο των Ελλήνων που αναθάρρεψαν λόγω του ανδραγαθήματος του Δαγκλή, τράπηκαν σε φυγή.

Εικόνα 1: Γεώργιος Δυοβουνιώτης, ο πρωταγωνιστής της μάχης της Σουβάλας

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «ενώ αυτά συνέβαιναν στην Πάργιανη» (μάχη Πανάσσαρης) «ισχυρή εχθρική δύναμη τεσσάρων χιλιάδων ανδρών βάδιζε προς την Σουβάλα με σκοπό από τις κορυφές του Παρνασσού να φτάση στα Σάλωνα».

Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης είχε στήσει στρατόπεδο στην Σουβάλα του Παρνασσού, καθώς την επισκέπτονταν συχνά, αποτελούμενο από 308 ακριβώς άτομα. Ο σχετικός κατάλογος υπάρχει στα Αρχεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Για να είμαστε ακριβείς οι Οθωμανοί κατά πάσα πιθανότητα ξεκίνησαν από τη Γραβιά το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1824 κατευθυνόμενοι προς τη Σουβάλα. Οι Σουβαλιώτες, όσοι δεν έπαιρναν μέρος στις μάχες και τα γυναικόπαιδα, είχαν καταφύγει στις σπηλιές του βουνού τους, δηλαδή του Παρνασσού. Σύμφωνα με τις απόψεις μεγάλων ιστορικών της πατρίδος μας (Βακαλόπουλος, Αθηνά Κόλια-Δερμιτζάκη κ.ά.) αλλά και του ντόπιου ιστοριογράφου της Σουβάλας, Γιώργου Καρούλα, οι Οθωμανοί έφτασαν στην Σουβάλα τη 16η Σεπτεμβρίου και την βρήκαν έρημη και από εκεί κατευθύνθηκαν στον Παρνασσό με σκοπό να περάσουν στα Σάλωνα.

Ντόπιες στοματικές παραδόσεις της Σουβάλας μας αναφέρουν ότι οι Έλληνες βρισκόντουσαν κρυμμένοι στα ρουμάνια των Καρκαβελίων. Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης στις χειρόγραφες εκδουλεύσεις του που βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη αναφέρει ότι πολέμησε στο Κεφαλόβρυσο Σουβάλας. Ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου στη μέση και οι Έλληνες να είχαν απλωθεί σε ολόκληρη εκείνη την περιοχή ανάμεσα στα τοπωνύμια αυτά της Σουβάλας, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και να λειτούργησαν σαν κλέφτες «χτύπα και φεύγα». Γνωστή τακτική από τα χρόνια της κλεφτουριάς. Οι εφημερίδες της εποχής του 1824 αναφέρουν μάχη του Γεώργιου Δυοβουνιώτη στις 16 Σεπτεμβρίου 1824 στην Σουβάλα της επαρχίας Σαλώνων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της χώρας μας οι Οθωμανοί είχαν απώλειες 300 νεκρούς και τραυματίες. Τέλος, κάποιοι αναφέρουν ότι ο Δυοβουνιώτης δέχτηκε ενισχύσεις από άνδρες του Χαλμούκη και του Κομνά Τράκα. Βέβαια στις εκδουλεύσεις του Κομνά Τράκα αυτό δεν αναφέρεται πουθενά αλλά μιας και το έχει σώσει η προφορική παράδοση πρέπει να το αναφέρουμε.

Κλείνοντας, να τονιστεί ότι μέχρι σήμερα o ίδιος έχω εντοπίσει ότι οι Έλληνες είχαν 2 πιστοποιημένους τραυματισμούς στη μάχη της Σουβάλας. Ένας ήταν ο Σουβαλιώτης Ιωάννης Χαζνατάρας και ο δεύτερος κάτοικος του Παλαιοχωρίου Παρνασσίδας Τριαντάφυλλος Ν. Ακρίδας.

Οι Οθωμανοί Στρατηγοί έφυγαν τη νύχτα της 20ης Σεπτεμβρίου από την περιοχή της Γραβιάς. Στις εφημερίδες της εποχής αναφέρεται ότι το στρατόπεδο βρισκόταν υπό διάλυση από μέρες. Στις ίδιες εφημερίδες αναφέρεται ότι ο Γιουσούφ πασάς διορίστηκε «Ρούμελη βαλεσής» στη θέση του Δερβίς πασά - ο οποίος καρατομήθηκε - βρισκόμενος στις 5 Οκτωβρίου στη Λάρισα ερχόμενος από τα Γιάννενα όπου είχε πάει να στρατολογήσει νέους στρατιώτες. Τα υπολείμματα βέβαια της εκστρατείας του Δερβίς πασά έφυγαν από την περιοχή μας στις 7 Οκτωβρίου. Όταν ένα στρατόπεδο φεύγει δεν φεύγουν όλοι μαζί, αλλά σε τμήματα. Αυτό γίνεται για διάφορους λόγους. Δεν θα τους αναλύσουμε εδώ.   

Σημείωση: Όλα αυτά αναφέρονται με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και τις αντίστοιχες βιβλιογραφικές πηγές στο νέο μου βιβλίο «Η αποτυχημένη εκστρατεία του Δερβίς πασά στην Ανατολική Ρούμελη / Οι μάχες Άμπλιανης, Πανάσσαρης και Σουβάλας 200 χρόνια μετά» και που θα παρουσιασθεί προσεχώς στη γενέτειρά μου Πολύδροσο. 

Οι ενδιαφερόμενοι βέβαια φιλίστορες μπορούν να το προμηθευτούν:

Τηλεφωνικά στο 6989847775, στο hliasthanos2001@gmail.com ή στο Facebook Ηλίας Χρ. Θάνος. Προσεχώς η παρουσίαση όπου σας περιμένω όλους!

Εικόνα 2: Εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου του Ηλία Χρ. Θάνου

 

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

Η λέξη Σουβάλα

 




Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής-Συγγραφέας-Αρθρογράφος

Αξίζει ιδιαίτερη αναφορά στην προέλευση του ονόματος “Σουβάλα” του χωριού μας. Ερχόμαστε εδώ να μελετήσουμε ένα ιδιαίτερο θέμα το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς ανθρώπους των γραμμάτων καταγόμενους από το χωριό μας.

Ο Γιάννης Αθ. Μαρρές στο βιβλίο του «Τραγούδια της Σουβάλας Παρνασσού» γράφει σχετικά: «Η λέξη: σουβάλα, γράφουν μερικοί είναι σύνθετη λέξη Τούρκικη, και σημαίνει: πολύ νερό. Το παλιό χωριό είχε βέβαια πολλά νερά. Αυτό όμως για μερικούς άλλους δε λέει τίποτα, σε σχέση πάντα με την προέλευση του ονόματος του χωριού, αφού, όπως ισχυρίζονται, υπάρχουν και άλλα χωριά με το όνομα: Σουβάλα, αλλά τα χωριά αυτά δεν έχουν νερό. Κατ’ αυτούς η λέξη σουβάλα είναι λέξη Σλάβικη, και σημαίνει: κοίλωμα με γύρω βουνά. Η παλιά Σουβάλα ήταν πράγματι χτισμένη σ’ ένα κοίλωμα με γύρω βουνά. Είχε όμως και πολλά νερά. Ποιο ναναι το σωστό άραγε σχετικά με την προέλευση του ονόματος του χωριού;»1

Ο Κώστας Α. Παπαχρίστου σχετικά με την προέλευση του ονόματος γράφει: «Η προέλευση της ονομασίας Σουβάλα δεν προκαλεί απορίες στον ερευνητή. Το Σουβάλα είναι από το σλαβικό süvala, που σημαίνει «έλος», και που είχε διαδοθεί σαν προσηγορικό κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Βέβαια ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος (12 αι.) ετυμολογεί τη λέξη από το ρήμα συμβάλλω, […]. Η ετυμολογία, όμως, αυτή είναι καρπός της προσπάθειας που έκαναν οι παλαιοί λόγιοι να αναζητούν και να βρίσκουν ελληνικές ρίζες και στις ολοφάνερα ξενικές λέξεις. Ολωσδιόλου εσφαλμένη είναι και η ετυμολογία της τοπονομασίας από σύνθετη τουρκική λέξη, που σημαίνει «πολύ νερό», γιατί τέτοια τουρκική λέξη είναι ανύπαρχτη. Αφού, λοιπόν, η λέξη σουβάλα σημαίνει «έλος», με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι η συνώνυμη τοπονομασία αναφέρεται αρχικά στο μεγάλο βάλτο, που σχηματιζόταν άλλοτε μεταξύ των πηγών του Κηφισσού, στην Αλεγούσα, και της σημερινής Κάτω Αγόριανης, καλύπτοντας χιλιάδες στρέμματα πεδινής γης. Ο Βάλτος αυτός, γνωστός σα «βάλτος της Αγόργιανης» καταβασάνισε για αιώνες τους ανθρώπους της περιοχής, μέχρι και τις νεότερες γενεές, και έγινε η αιτία να πλάσει ο λαός τοπικές παραδόσεις για στοιχειά και δαίμονες, που κυνηγούσαν τάχα τους διαβάτες τη νύχτα και που στην πραγματικότητα ήταν τα απειράριθμα κουνούπια και τα υδρόβια ζώα. Κατά συνέπεια, ο ομώνυμος παλαιός οικισμός, η Σουβάλα, πρέπει να είχε δημιουργηθεί σε περιοχή παρόχθια ή πολύ κοντινή στο έλος. Σ’ αυτό το ασφαλές συμπέρασμα οδηγεί την έρευνα η ονομασία. Αλλά και αν η ονομασία δε μας βοηθούσε στον εντοπισμό του οικισμού, και πάλι οι αναζητήσεις μας θα στρέφονταν σ’ αυτή την περιοχή, αφού μάλιστα ο αρχικός οικισμός της Σουβάλας δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί στη θέση της Απάνω Σουβάλας ή να ταυτιστεί με τη σημερινή Κάτω Σουβάλα – Πολύδροσο – που βεβαιωμένα άρχισε να συγκροτείται μετά το σεισμό του 1870 και την καταστροφή απ’ αυτόν της Απάνω Σουβάλας.»2

Ενώ πάλι ο Γιάννης Αθ. Μαρρές αυτή τη φορά στο βιβλίο του «Πολύδροσος-Σουβάλα Παρνασσού» δίνει μια εξήγηση για το ότι το Σουβάλα σημαίνει κοίλωμα με γύρω βουνά ως εξής: «Ο Κορδάτος όταν είπα πως η λέξη: σουβάλα είναι Τούρκικη λέξη και σημαίνει «πολύ νερό» με κοίταξε χαμογελώντας και μου είπε πως ο ίδιος έχει επισκεφτεί κατά καιρούς πολλά χωριά που υπάρχουν στην πατρίδα μας κι έχουν το όνομα Σουβάλα, αλλά κανένα σχεδόν από τα χωριά αυτά δεν είχε νερό, πράγμα που δημιουργούσε προβλήματα στους κατοίκους τους, οι οποίοι πολλές φορές διαμαρτύρονταν έντονα ζητώντας από τις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες τα χρήματα που χρειάζονταν για να κατασκευάσουν τα υδραγωγεία που θα έφερναν στο χωριό το νερό από τις πηγές που υπήρχαν στα γειτονικά από το χωριό τους βουνά. Κι ο Κορδάτος τελείωσε λέγοντάς μου, πως τα χωριά αυτά που είχε επισκεφτεί ήταν όλα χτισμένα μέσα σε κοιλώματα που είχαν γύρω τους βουνά...»3

Ποια να είναι άραγε η πραγματικότητα για την προέλευση του ονόματος καθώς οι απόψεις είναι πολλές. Ας το αφήσουμε για τροφή προς σκέψη...

Ανά την Ελλάδα υπάρχουν, ωστόσο, πολλές Σουβάλες. Υπάρχει Σουβάλα στην Εύβοια (στην Κύμη και στην Κάρυστο), στην Φωκίδα, στην Φθιώτιδα, στη Μεγαρίδα, στο Πήλιο, στη Λακωνία (στη Βαμβακού), στην Ίο, στη Σίφνο (Τσουβάλα) και στην Αίγινα (Παλαιοσουβάλα).4

Στις άλλες περιοχές το Σουβάλα αναφέρεται σε μικρούς οικισμούς ή ακατοίκητες περιοχές. Μόνο στην Φωκίδα αποτελεί το αρχικό όνομα για ένα μεγάλο χωριό- κεφαλοχώρι του Παρνασσού. Το 1927 ύστερα από Κυβερνητική απόφαση το κάτω χωριό, που λεγόταν Σουβάλα μέχρι τότε, μετονομάστηκε σε Πολύδροσος. Ο Κώστας Α. Παπαχρίστου γράφει σχετικά: «Στη Σουβάλα δόθηκε τότε η πολύ ρομαντική ονομασία Πολύδροσον, που, όσο ξέρω, την είχε προτείνει μια λόγια παραθερίστρια της Απάνω Σουβάλας, η Ρίτα Φαρμακίδη.»5

Ενώ ο Γιάννης Μαρρές μας λέει ότι και ο μεγάλος ιστορικός Σαράντος Καργάκος κάνει το σχόλιο ότι την «Σουβάλα την μετέτρεψε σε Πολύδροσο «ένας γλωσσικός πατριωτισμός», όπως τα ξακουστά Τζίτζινα της Λακωνίας6

Άρα, το Σουβάλα έγινε Πολύσροσον (το 1927) και Πολύδροσος (κωμόπολη) αργότερα.7

Παραπομπές:

1) Γιάννη Αθ. Μαρρέ, Τραγούδια της Σουβάλας (Παρνασσού), Αθήνα, 1973, Σελ. 20

2) Κώστα Α. Παπαχρίστου, παρνασιώτικα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 1984, Σελ. 129-130

3) Γιάννη Αθ. Μαρρέ, Πολύδροσος-Σουβάλα Παρνασσού, Αθήνα, 1998, Σελ. 23

4) Κώστα Α. Παπαχρίστου, παρνασιώτικα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 1984, Σελ. 129

5) Κώστα Α. Παπαχρίστου, παρνασιώτικα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 1984, Σελ. 137

6) Γιάννη Αθ. Μαρρέ, Πολύδροσος-Σουβάλα Παρνασσού, Αθήνα, 1998, Σελ. 25 με παραπομπή στο «Τύπος της Κυριακής», 31 Μαΐου 1998

7) Κώστα Α. Παπαχρίστου, παρνασιώτικα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 1984, Σελ. 129

Βιβλιογραφία:

1) Γιάννη Αθ. Μαρρέ, Πολύδροσος-Σουβάλα Παρνασσού, Αθήνα, 1998

2) Γιάννη Αθ. Μαρρέ, Τραγούδια της Σουβάλας (Παρνασσού), Αθήνα, 1973

3) Κώστα Α. Παπαχρίστου, παρνασιώτικα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 1984

Ιπποκράτης και μετεωρολογία

  Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος, Ερευνητής-Συγγραφέας-Αρθρογράφος Ο Ιπποκράτης εκτός από πατέρας της Ιατρικής, θεωρείται και θεμελιωτής της Κλιμα...